Εκπαιδευτική Εκδρομή στο πλαίσιο Πολιτιστικού Προγράμματος 29/1/2020 "ΟΔρόμος του νερού":Ρωμαικό-Μεσαιωνικό Υδραγωγείο στην Πόλη της Πάτρας.
Ετικέτες
- Ανθρώπινα Δικαιώματα
- αρχαία β γυμνασιου
- αρχαία β γυμνάσιου
- αρχαία ελληνική γλώσσα α' Γυμνασίου
- Αρχαία ελληνική γλώσσα γ Γυμνασίου
- Αφίσες
- Βραβεύσεις-Διακρίσεις
- Γραμματική -Συντακτικό
- Δημιουργική Γραφή
- Διαγωνισμοί-Διακρίσεις
- Διαμεσολάβηση Ομιλήκων
- Διδακτικές επισκέψεις
- Δίκτυα Πολιτισμού
- Εθνικές Γιορτές
- θέατρο
- Ιλιάδα
- Ιστορία α' Γυμνασίου
- Ιστορία Γ' Γυμνασίου
- Καινοτόμες δράσεις
- Λογοτεχνία α' Γυμνασίου
- Λογοτεχνία Β Γυμνασίου
- Λογοτεχνία γ' Γυμνασίου
- Νεοελληνική γλώσσα α' Γυμνασίου
- Νεοελληνική Γλώσσα β' Γυμνασίου
- Νεοελληνική γλώσσα γ' Γυμνασίου
- Όμιλοι
- Συνέδρια
- ταινίες
- Φιλοσοφία
- Χάρτες Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας
- Ψηφιακή Ελλάδα και πολιτισμός
- animation
- B Επίπεδο λογισμικές εφαρμογές
- Padlets
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020
Κάπνισμα και κορωνοϊός
Αγαπητοί φίλοι καπνιστές
Θέτω το ερώτημα,
είναι άλλη μια ευκαιρία να σκεφτείτε να διακόψετε το κάπνισμα ; εν μέσω αυτής της πανδημίας με τον COVID-19 που ενώ προσβάλλει όλα τα συστήματα του ανθρώπου η κύρια πύλη εισόδου είναι το στόμα μας και η μύτη μας και η πρώτη άμυνά μας απέναντί του, είναι η καλή υγεία του αναπνευστικού μας συστήματος.
Είναι γεγονός ότι πολλά γράφονται και διαδίδονται στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο ότι το κάπνισμα βοηθά τους καπνιστές να ασθενήσουν λιγότερο είναι όμως τα πράγματα έτσι ή fake news διασπείρονται με τρόπο για να αμβλύνουν την καταστροφική δράση του καπνίσματος ;
Ας δούμε λίγα επίσημα στοιχεία που μέχρι τώρα δεν αμφισβητήθηκαν από κανέναν.
1. Μεταδοτικότητα COVID-19
Είναι αδιαμφισβήτητο, ότι κάθε χρήση καπνικού προϊόντος, ιδίως μάλιστα το χρόνιο κάπνισμα, προκαλεί μείωση της άμυνας του αναπνευστικού συστήματος και προδιαθέτει για εμφάνιση συχνών βρογχίτιδων και πνευμονικών λοιμώξεων.
Ειδικότερα, έχει αποδειχθεί ότι ο κoρωνοιός αυτός προσπερνά σχετικά εύκολα την υπο λειτουργική άμυνα του κροσσωτού επιθηλίου των αεροφόρων οδών των καπνιστών και προσκολλάται στο αναπνευστικό σύστημα με ειδικούς υποδοχείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE-2). Η γονιδιακή έκφραση του ενζύμου αυτού είναι υπερλειτουργική στον καπνιστή (Cai 2020), ο οποίος με αυτόν το μηχανισμό παρέχει περισσότερους υποδοχείς και ακόμη πιο πρόσφορο έδαφος για προσκόλληση του ιού στον πνεύμονα.
Επίσης τονίζεται ότι η χρήση προϊόντων καπνού:
α) συνεπάγεται πολύ μεγάλη αύξηση της επαφής των χεριών με το στόμα
β) φέρνει σε συχνή επαφή τα δάκτυλα με δυνητικά μολυσμένα αντικείμενα (πακέτο, σπίρτα, αναπτήρας, συσκευές ατμίσματος, συστήματα ναργιλέ κ.α.) ανεξάρτητα από τη χρήση προστατευτικών γαντιών
γ) δυσχεραίνει τη σωστή χρήση μάσκας
2. Βαρύτητα COVID-19
Η γνωστή από την εποχική γρίπη, βαρύτερη πορεία των ιογενών λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος στους χρήστες προϊόντων καπνού, επιβεβαιώνεται και με τον SARS-CoV-2. Αναφορές από την Κίνα ανεβάζουν το ποσοστό των καπνιστών ασθενών με COVID-19 που χρειάσθηκε να εισαχθούν σε ΜΕΘ στο 12,3%, ενώ οι μη καπνιστές ήταν μόλις 4,7%
3. Δυσμενής πρόγνωση COVID-19
Πρόσφατη μελέτη από τη Κίνα αναφέρει 9% απώλεια ζωής σε καπνιστές, συγκριτικά με 4% σε μη καπνιστές ασθενείς
4. Διασπορά COVID-19
Ο προ συμπτωματικός ή συμπτωματικός καπνιστής και ιδίως ο πάσχων από ΧΑΠ, με τον χρόνιο βήχα του, προκαλεί μεγαλύτερη σταγονιδιακή διασπορά της νόσου. Τα μικροσταγονίδια από βίαιη εκπνοή ή βήχα σε κλειστό χώρο εξακοντίζονται με ταχύτητα άνω των 10m/sec και φθάνουν σε απόσταση μεγαλύτερη των επτά μέτρων.
Ο χρήστης προϊόντων καπνού, επιπλέον παράγει ρύπους που δυνητικά συμβάλλουν στη διασπορά της νόσου (αποτσίγαρα, αιωρούμενα σωματίδια, τριτογενές κάπνισμα από ρύπανση δαπέδου, επίπλων κ.α.)
5. Παθητικό κάπνισμα - προστασία παιδιών
Η απαγόρευση των μετακινήσεων, που εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση της πανδημίας, αυξάνει τον κίνδυνο οικογενειακής έκθεσης, ιδίως μικρών παιδιών, σε δευτερογενές και τριτογενές παθητικό κάπνισμα μέσα στο σπίτι. Στον καπνιστή, που έχει απόλυτη ανάγκη το κάπνισμα, συνιστάται να καπνίζει μόνο σε εξωτερικό χώρο (αυλή ή βεράντα) και εκτός θέας μικρών παιδιών
6. Περιορισμός στο σπίτι - stress
Ο περιορισμός στο σπίτι και η συνεχής συμβίωση μέσα σε μικρό χώρο είναι στρεσογόνοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά το συναίσθημα, τον ύπνο, τις ανθρώπινες σχέσεις και να αυξήσουν την επιθυμία των καπνιστών για χρήση καπνικών προϊόντων. Το ίδιο ισχύει για την αυξημένη επιθυμία για πρόσληψη γλυκών και αλκοόλ. Η διατήρηση μιας τακτικής ρουτίνας στον ύπνο, στα γεύματα, στην άσκηση, στην εργασία και στη διασκέδαση θα μετριάσει τις αρνητικές επιδράσεις της απομόνωσης.
Σε σχέση με τα Fake news ότι η νικοτίνη επιδρά θετικά στον ιό και κατ’ επέκταση το κάπνισμα σας παραθέτω την έρευνα της βιοτεχνολογίας πάνω στα φύλλα του καπνού για τη γρήγορη παραγωγή ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΩΝ.
Φύλλα καπνού εναντίον του κορωνοϊού
Η θυγατρική βιοτεχνολογίας της καπνοβιομηχανία (BAT), η Kentucky BioProcessing (KBP), στις ΗΠΑ κατάφερε να κλωνοποιήσει ένα τμήμα της αλληλουχίας του Covid-19, γεγονός που βοήθησε στην ανάπτυξη ενός μορίου, επιτρέποντας την παραγωγή αντισωμάτων για την προστασία εναντίον του Covid-19. Το φύλλο του καπνού, στο οποίο προσφεύγει η καπνοβιομηχανία BAT, παρουσιάζει ιδιαίτερες ιδιότητες με πολλαπλά πλεονεκτήματα, σύμφωνα με τον όμιλο, συνιστώντας ένα ευνοϊκό περιβάλλον για μια αποτελεσματικότερη και ταχεία παραγωγή αντισωμάτων, σε σύγκριση με τις παραδοσιακές τεχνικές. «Πιστεύουμε ότι πετύχαμε μια σημαντική πρόοδο με την τεχνολογική μας πλατφόρμα φύλλων καπνού και είμαστε έτοιμοι να εργαστούμε με τις κυβερνήσεις και όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές για να βοηθήσουμε εναντίον του Covid-19», δήλωσε ο διευθυντής επιστημονικών ερευνών της BAT Ντέιβιντ Ράιλι.
Μπορεί οι συνθήκες να είναι πρωτόγνωρες -όπως και σε όλους τους πολίτες έτσι και στους καπνιστές- και αυτό να φέρνει πίεση & ανασφάλεια, αλλά, και για πάρα πολλούς καπνιστές είναι η χρυσή ευκαιρία, τώρα που ο οργανισμός χρειάζεται ενδυνάμωση, μήπως είναι η ώρα να αναλογιστούν: να απεξαρτηθώ από μια κακιά συνήθεια. Μπροστά μου θα το βρω …
Ανδρέας Σαμοθρακίτης
Καρδιολόγος
Πρόεδρος Κίνησης (ΠΡΟΤΑΣΗ)
Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020
Δευτέρα 13 Μαΐου 2019
Πέμπτη 9 Μαΐου 2019
Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019
ΜΙΛΑ -ΣΠΑΣΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ......
Έναν βιωματικό τρόπο προσέγγισης του bullying πραγματοποίησαν οι μαθητές της Α’ και Γ’ Γυμνασίου του σχολείου
μας ,(8/3/2019)με την διαμεσολάβηση των υπεύθυνων εκπαιδευτικών, Μανωλοπούλου
Κ. και Παπαδοπούλου Π, προκειμένου να αντιληφθούν τις ψυχοσωματικές επιπτώσεις του κοινωνικού αυτού
φαινομένου.

Συγκεκριμένα οι μαθητές της Γ’ Τάξης δραματοποίησαν μια αληθινή ιστορία σχολικού εκφοβισμού ,αφού
προηγουμένως αλληλεπίδρασαν θετικά
ως ομάδα με την αυτοπαρουσίαση σε κύκλο.Ενώ οι μαθητές της Α’ Γυμνασίου κατέγραψαν τις εμπειρίες τους από
παρόμοια περιστατικά μετά την
παρακολούθηση ως αφόρμηση μιας αληθινής μαρτυρίας μαθήτριας σε
βίντεο.

Παράλληλα συμμετείχαν μέσα από το ρόλο του παρατηρητή στην όλη διεξαγωγή της εκπαιδευτικής δραστηριότητας.

Όπως
αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα
1. Περίπου 160,000 έφηβοι κάνουν
κοπάνα από το σχολείο καθημερινά εξαιτίας του bullying.
2. Πάνω από 3.2 εκατομμύρια μαθητές
είναι θύματα bullying ετησίως.
3. To 90% των μαθητών δημοτικού
καταγγέλλουν ότι έχουν πέσει θύματα bullying.
4. Ο 1 στους 10 μαθητές παρατάει
εντελώς το σχολείο λόγω του επαναλαμβανόμενου bullying που υπόκειται.
5. Μέχρι την ηλικία των
14, λιγότερο από το 30% των αγοριών, και από το 40% των
κοριτσιών θα μιλήσουν με συνομηλίκους τους για το bullying.
6. Ο σωματικός εκφοβισμός
αυξάνεται στο δημοτικό σχολείο, κορυφώνεται στο γυμνάσιο, και μειώνεται στο
λύκειο. Αντίθετα ο λεκτικός,παραμένει σταθερός.
7. Το 71% των μαθητών
αναφέρουν περιστατικά bullying ως ένα από τα προβλήματα του σχολείου τους.
8. Το 17% των Αμερικανών μαθητών
αναφέρουν ότι υπήρξαν θύματα εκφοβισμού 2-3 φορές το μήνα ή και περισσότερο
κατά τη διάρκεια ενός εξαμήνου.
9. Ο 1 στους 4 καθηγητές δεν
δίνουν καν σημασία στα περιστατικά bullying και θα παρέμβουν μονάχα
στο 4% των περιστατικών τα οποία θα αντιληφθούν να γίνονται ενώπιόν
τους.
10. Πάνω από το 67% των
μαθητών πιστεύει ότι τα σχολεία δεν αντιμετωπίζουν το bullying
αποτελεσματικά, με ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών να πιστεύει ότι η βοήθεια των
ενηλίκων είναι σπάνια και αναποτελεσματική.
Τι μπορείς να κάνεις εσύ προσωπικά; Αρχικά να αναγνωρίζεις
τέτοιου είδους συμπεριφορές, και να τις καταδικάζεις ακόμη και όταν δεν σε
αφορούν άμεσα! Μη μένεις αμέτοχος! Γίνε μέρος της λύσης του προβλήματος!
Μπορείς!

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017
Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017
Το Ποδήλατο χωρίς Αιθαλομίχλη του Dan Roosegaarde
Και ήρθε η μέρα του ποδηλάτου-ηλεκτρική σκούπα: το οποίο, καθώς κάνει πετάλι ο ποδηλάτης, «εισπνέει» τον βρώμικο αέρα, τον καθαρίζει και τον απελευθερώνει γύρω απ' τον ποδηλάτη
Λατρεύουμε το ποδήλατο. Και το ποδήλατο είναι μέρος του ολλανδικού DNA. Άρα, είναι απόλυτα φυσιολογικό που το επόμενο βήμα του Ολλανδού σχεδιαστή Dan Roosegaarde -ο οποίος, από το 2013, έχει κηρύξει πόλεμο στην μολυσμένη ατμόσφαιρα των μεγαλουπόλεων- είναι «Το Ποδήλατο χωρίς Αιθαλομίχλη».
Πριν τέσσερα χρόνια, ο Roosegaarde παρουσίασε πρόταση για μια «ηλεκτρική σκούπα», για να ρουφήξει την αιθαλομίχλη από τους ουρανούς. Αυτή η πρόταση εξελίχθηκε σε έναν πύργο, που λειτουργεί ως μια τεράστια ηλεκτρική σκούπα της ατμόσφαιρας στα αστικά κέντρα. Ο πύργος εγκαταστάθηκε πρώτα στο Ρότερνταμ και, λίγο αργότερα, στο Πεκίνο. Μάλιστα, τα σωματίδια αιθαλομίχλης που συγκεντρώνονται από τον πύργο-σκούπα στην κινεζική πρωτεύουσα γίνονται δαχτυλίδια περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης.
Και ήρθε η μέρα του ποδηλάτου-ηλεκτρική σκούπα: το οποίο, καθώς κάνει πετάλι ο ποδηλάτης, «εισπνέει» τον βρώμικο αέρα, τον καθαρίζει και τον απελευθερώνει γύρω απ' τον ποδηλάτη. Το πρότζεκτ είναι, ακόμη, σε πειραματικό στάδιο, αλλά ο επικεφαλής του Studio Roosegaarde βλέπει την εφαρμογή του σε προγράμματα bike sharing στην Κίνα (σαν το Mobike, παραδείγματος χάρη).
«Το Πεκίνο και άλλες κινεζικές μεγαλουπόλεις ήταν, για χρόνια, πόλεις ποδηλάτων. Θέλουμε να επαναφέρουμε αυτήν την αίγλη, και να ακολουθήσουμε το ήθος μας να κάνουμε τους πολίτες μέρος της λύσης αντί για μέρος του προβλήματος» εξηγεί.
«Το ποδήλατο είναι το τέλειο μοντέλο. Έχει τη διπλή λειτουργία να καθαρίζει την ατμόσφαιρα και να μειώνει την κυκλοφοριακή συμφόρηση αλλά, ταυτόχρονα, είναι υγιές και εξοικονομεί ενέργεια» τονίζει.
«Θα είναι πάντα συνδεδεμένο με μεγάλα κυβερνητικά προγράμματα και με την "πράσινη" τεχνολογία και με τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Αυτοί δουλεύουν από πάνω προς τα κάτω, εμείς από κάτω προς τα πάνω, και συναντιόμαστε στη μέση.»
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ/ΜΠΕ
Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017
ΠΑΝΕΠΙΣΤHΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΦΥΣΙΚΗΣ
Τομέας Εφαρμοσμένης Φυσικής
Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας
Ανδρέας Καζαντζίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
13 Νοεμβρίου 2017
Μετρήσεις και διαρκείς ενημερώσεις για την ατμοσφαιρική ρύπανση
στην Πάτρα μέσω συμμετοχικής χρηματοδότησης από τους πολίτες
Η ατμοσφαιρική ρύπανση από τα αιωρούμενα σωματίδια αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη υγεία και μεταβάλλουν τις κλιματικές συνθήκες. Ειδικά οι επιπτώσεις στην υγεία θεωρούνται σημαντικές για μια σειρά από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος και ευαίσθητεςκατηγορίες πληθυσμού, όπως οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά.
Στην Πάτρα, στο Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας του Τμήματος Φυσικής (www.atmosphere-upatras.gr), λήφθηκε η απόφαση να εγκατασταθεί ένα σύστημα μέτρησης και ενημέρωσης του κοινού για τις τρέχουσες συνθήκες ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Για τον εξοπλισμό, ζητήθηκε η συμμετοχική χρηματοδότηση από τους πολίτες, μια διαδικασία που είναι διεθνώς γνωστή ως crowdfunding. Στο εγχείρημα αυτό (που ανακοινώθηκε με την ονομασία ΑΙΘΕΡΑΣ) ανταποκρίθηκαν πολίτες της Πάτρας, αλλά και Πατρινοί που δε ζουν πια εδώ.
Ένα χρόνο μετά, ο ΑΙΘΕΡΑΣ αποτελείται από επτά σταθμούς μέτρησης των αιωρούμενων σωματιδίων και διαδικτυακή πλατφόρμα για την παρουσίαση της πληροφορίας στο κοινό σε πραγματικό χρόνο και με φιλικό τρόπο. Οι σταθμοί βρίσκονται στο Νέο Λιμάνι, στην Tριών Ναυάρχων, στην Αγυιά, στον Καστελόκαμπο, το Πανεπιστήμιο, το Ρίο και το Πλατάνι, ενώ η παρουσίαση των μετρήσεων γίνεται στην ιστοσελίδα www.patrasair.gr
Ο Αιθέρας αποτελεί ένα από τα χειροπιαστά παραδείγματα της καλής σχέσης του Πανεπιστημίου μας με την πόλη της Πάτρας. Συγκεκριμένα:
· Η ιδέα του εγκατάστασης του δικτύου προήλθε από Πατρινούς μεταπτυχιακούς φοιτητές του Τμήματος Φυσικής που νοιάζονται για την πόλη τους
· Η χρηματοδότηση του εξοπλισμού έγινε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από πολίτες της Πάτρας
· Η εγκατάσταση/συντήρηση/καλή λειτουργία των σταθμών μέτρησης και η κατασκευή της ιστοσελίδας βασίζεται στην εθελοντική εργασία του προσωπικού του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας και των φοιτητών της μεταπτυχιακής ειδίκευσης «Εφαρμοσμένη Μετεωρολογία και Φυσική Περιβάλλοντος»
· Βοήθησε σημαντικά η παρουσίαση της ιδέας στην 4η έκθεση μεταφοράς τεχνογνωσίας PatrasIQ.
· Για τη βαθμονόμηση του δικτύου των μετρήσεων χρησιμοποιείται εξοπλισμός που έχει χρηματοδοτηθεί παλαιότερα από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και το κόστος συντήρησης καλύπτεται εν μέρει από τον Οργανισμό Λιμένος Πατρών.
Σήμερα, ο ΑΙΘΕΡΑΣ συνεχίζει να δέχεται μηνύματα συνεργασίας από πολίτες και φορείς της Πάτρας, με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξή του:
· Σε θέματα που αφορούν τη βαθμονόμηση, τον έλεγχο και την καλή λειτουργία των οργάνων μέτρησης υπάρχει συνεργασία μεταξύ του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας του Τμήματος Φυσικής και του Εργαστηρίου Μελέτης της Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης του Τμήματος Χημικών Μηχανικών. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιούνται μετρήσεις σε εξωτερικούς χώρους αλλά και σε ελεγχόμενο περιβάλλον (στον θάλαμο ατμοσφαιρικής προσομοίωσης που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Επιστημών Χημικής Μηχανικής)
· Η ομάδα "Ozia" (http://ozia.net/rio/) παραχωρεί εικόνες σε πραγματικό χρόνο από τις περιοχές που έχουν τοποθετήσει τους αισθητήρες μέτρησης της ποιότητας του αέρα
· Υπάρχει σχεδιασμός και ζητείται η υποστήριξη για την εγκατάσταση περισσότερων σταθμών μέτρησης ώστε να υπάρξει καλύτερη γεωγραφική κάλυψη στην Πάτρα αλλά και σε άλλες περιοχές
Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας
Η Πάτρα όπως τη θέλουμε χωρίς ατμοσφαιρική ρύπανση.
Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017
Οικογένεια, προβλήματα και δυσκολίες, πόσα πρέπει να γνωρίζουν τα παιδιά;
25 Μαίου 2017

Αναμφισβήτητα, κάθε οικογένεια περνά τις δικές της δυσκολίες στη διαδρομή της ζωής της και αντιμετωπίζει κάθε λογής προβλήματα που, ανάλογα με το πώς τα διαχειρίζεται, άλλοτε την αναστατώνουν και την πονάνε, και άλλοτε την ενδυναμώνουν και την εξελίσσουν. Πολύ συχνά και όχι αδικαιολόγητα, οι γονείς αγωνιούν για το εάν και για το πώς θα μοιραστούν με τα παιδιά τις ενδεχόμενες προκλήσεις με τις οποίες η οικογένεια έρχεται αντιμέτωπη. Φόβοι και αγωνίες όπως «μήπως αν πω στο παιδί την αλήθεια θα το επιβαρύνω;» «μήπως δε θα το αντέξει;» «κι αν κάνει ερωτήσεις για τις οποίες δεν έχω απαντήσεις;» διατυπώνονται συχνά από γονείς ή φροντιστές/κηδεμόνες παιδιών. Τέτοιες εσωτερικές συγκρούσεις μπορεί να αφορούν θέματα σχετικά με κάποια απώλεια ή πένθος, με διαμάχες των γονιών ή και απόφαση διαζυγίου, κάποιο τραυματικό γεγονός που βίωσε κάποιο μέλος της οικογένειας και άλλα πολλά.
Ας ξεκινήσουμε με το να αναλογιστούμε τις πιθανές επιπτώσεις της απόκρυψης μιας τέτοιας πραγματικότητας. Πολλές φορές οι γονείς τείνουν να αποκρύπτουν από το παιδί αλήθειες που όχι μόνο το αφορούν αλλά και έχει το δικαίωμα να γνωρίζει ώστε να μπορεί να κάνει τη δική του συναισθηματική επεξεργασία, όπως λόγου χάρη όταν αποκρύπτουν ή δίνουν ασαφείς πληροφορίες για το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου ή μια ασθένεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παιδί καταβάλλεται από μεγάλη σύγχυση και καταλήγει να κατακλύζεται από άγχος διότι βιώνει μια πραγματικότητα που δεν την κατανοεί. Στην προσπάθεια του να την καταλάβει επιδίδεται σε μια σειρά από φαντασιώσεις (κατά πάσα πιθανότητα καταστροφικές) με αποτέλεσμα να βιώνει την πραγματικότητα ακόμα πιο απειλητική και τρομακτική. Παράλληλα, κάτω από αυτές τις συνθήκες δε δίνεται στο παιδί ο χώρος να εκφράσει τα όποια συναισθήματα και σκέψεις μπορεί να έχει, το οποίο με τη σειρά του γεννά αισθήματα ανασφάλειας και μοναξιάς.
Από την άλλη μεριά, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπου παρατηρούμε να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Κάποιοι γονείς φαίνεται να έχουν την ανάγκη να αποκαλύπτουν τα πάντα στο παιδί, αντιμετωπίζοντας το σαν ικανό και έτοιμο να κουβαλήσει οποιοδήποτε φορτίο. Το παιδί αναπόδραστα υιοθετεί ένα γονικό ρόλο (ευθύνης), γεγονός που επιφέρει πολλές επιπτώσεις στην ψυχολογική του ανάπτυξη και ισορροπία. Η πιθανότητα να «γονεοποιηθεί» το παιδί με το να αναλαμβάνει έναν υποστηρικτικό-φροντιστικό ρόλο προς το γονέα αυξάνεται όταν οι γονείς βιώνουν οι ίδιοι δυσκολίες στο να σχετιστούν και όταν δεν καλύπτονται οι συναισθηματικές τους ανάγκες (Byng-Hall, 2002).
Συχνά, τα διλήμματα των γονέων εδράζονται στο δίπολο του «άσπρο ή μαύρο», στα πλαίσια δηλαδή μιας λογικής του «να τα πω όλα ή να μην πω τίποτα», σαν να αποκλείονται όλες οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρι. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο είτε να γίνουν υπερπροστατευτικοί εμποδίζοντας τη συναισθηματική ωρίμανση του παιδιού και το δέσιμο με το γονιό είτε να το υπερφορτώνουν εξυπηρετώντας ασυνείδητα δικά τους κίνητρα.
Είναι σημαντικό, επίσης, να κρατάμε στο μυαλό μας ότι αυτό που δεν εκφράζεται με λέξεις, δε σημαίνει ότι δεν επικοινωνείται κιόλας. Οι γονείς αναπόφευκτα και χωρίς τις περισσότερες φορές να το αντιλαμβάνονται στέλνουν εξωλεκτικά μηνύματα στα παιδιά. Τα παιδιά «διαβάζουν» αυτά τα «σήματα» και αποκτούν μια ανείπωτη και ανεξήγητη αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά», «κάτι δε λέγεται».
Αξίζει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε πριν πάρουμε την απόφαση να μοιραστούμε ή όχι μια δύσκολη ή επώδυνη αλήθεια, για ποιο σκοπό επιλέγουμε να το μοιραστούμε ή αντίστοιχα να το αποκρύψουμε, τι θα είναι επωφελέστερο για το παιδί, και ποιες δικές μας ανάγκες πιθανόν εξυπηρετούνται. Είναι πολύ χρήσιμο να αναστοχαζόμαστε και να διερευνούμε προσεκτικά το ενδεχόμενο η απόφασή μας να σχετίζεται με δική μας δυσκολία με το εν λόγω θέμα, με κάλυψη δικών μας συναισθηματικών αναγκών ή με προβολή δικών μας φόβων ή επιθυμιών (πχ. το αρνούμαστε ή το αποφεύγουμε εμείς οι ίδιοι). Αναμφισβήτητα, κάθε γονιός θέλει και παλεύει για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα πλην όμως δεν έχουμε πάντα επίγνωση των ενδοψυχικών μας διεργασιών, των συναισθημάτων μας, των κινήτρων μας και των μηχανισμών άμυνάς μας. Επομένως, δε σημαίνει ότι πρέπει είτε να επιβαρύνουμε το παιδί με περιττές και επουσιώδεις (και συνήθως τρομακτικές) λεπτομέρειες της πραγματικότητας είτε να μην του επιτρέπουμε καμία γνώση αυτής. Μπορούμε να επιλέξουμε να πούμε την αλήθεια που κρίνουμε ότι αντέχει κι αυτό να το κάνουμε με απλά λόγια και με σαφήνεια χωρίς υπεκφυγές και ευφημισμούς, με τρόπο που να συμβαδίζει με την ηλικία του παιδιού.
Ας έχουμε κατά νου ότι όταν εμείς ως γονείς βιώνουμε άγχος, οι ασυνείδητες κεραίες του παιδιού το εισπράττουν και έτσι νιώθει ανασφαλές και διστακτικό να στραφεί σε εμάς για στήριξη. Ο ρόλος του «αρκετά καλού» γονέα (Winnicott, 1965) είναι να μπορεί να αντέχει και να «εμπεριέχει» ό,τι αισθάνεται το παιδί διευκολύνοντάς το έτσι να αντέξει και το ίδιο μια επώδυνη συναισθηματική εμπειρία, να την επεξεργαστεί, να την νοηματοδοτήσει και να τη μετασχηματίσει. Επιπλέον, ο ρόλος του γονέα είναι να καθρεφτίσει, να αναγνωρίσει τη συναισθηματική εμπειρία του παιδιού και με ενσυναίσθηση να είναι «σιωπηλά» παρόν σε αυτή τη διαδικασία. Το να νιώθει το παιδί ότι έχει ένα στέρεο ώμο να ακουμπήσει το διευκολύνει να αντέχει τις ματαιώσεις της ζωής ενώ ενδυναμώνει τη σχέση με το γονέα/ πρόσωπο φροντίδας.
Οτιδήποτε κι αν αποφασίζουν οι γονείς σε σχέση με το αν θα συζητήσουν μια οδυνηρή αλήθεια, είναι γεγονός ότι ο πόνος κι οι επιπτώσεις που βιώνει το παιδί δεν ξεκινούν τη στιγμή που του γνωστοποιείται η αλήθεια αλλά πολύ νωρίτερα. Ωστόσο, το τι είδους δυσκολίες και προβλήματα είναι αυτά που μας προβληματίζουν αν θα μοιραστούμε με το παιδί είναι καθοριστικής σημασίας. Καλούμαστε, λοιπόν, να αναλογιστούμε εάν αυτό που θα μοιραστούμε θα είναι βοηθητικό για το παιδί και με ποιο τρόπο. Στη λήψη μιας τέτοιας απόφασης, θα ήταν ωφέλιμο να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση του παιδιού και να κατανοήσουμε το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του, δηλαδή τον υποκειμενικό του κόσμο. Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο η αποκάλυψη να συμβαδίζει με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού και το παιδί να μην βλάπτεται από την απόκρυψη ή την αποκάλυψη. Πυξίδα είναι πάντα το συμφέρον του παιδιού και μέλημά μας να καλλιεργήσουμε μια ανοιχτή, πορώδη και αυθεντική σχέση μέσα στην οποία μπορεί να αισθάνεται και να λειτουργεί ελεύθερα με τη διακριτική μας παρουσία.
Κλείνοντας, το ερώτημα του πόσα πρέπει να γνωρίζουν τα παιδιά είναι ένα ερώτημα δύσκολο να απαντηθεί και δικαίως ταλανίζει τις οικογένειες. Κάθε παιδί, κάθε περίπτωση και κάθε σχέση είναι μοναδική άρα και οποιαδήποτε απόλυτη απάντηση θα ενείχε τον κίνδυνο να αποτελέσει μια υπεργενικευμένη δήλωση που αγνοεί το ρόλο που παίζει ο συνδυασμός διαπροσωπικών, ατομικών, κοινωνικών παραγόντων. Αυτό που μοιάζει να είναι ζωτικής σημασίας είναι να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά σαν όντα που έχουν την ικανότητα να σκέφτονται. Ας θυμόμαστε ότι τα παιδιά «πιάνουν» τη μυστικότητα στην οικογενειακή ατμόσφαιρα, λαμβάνοντας τα ανείπωτα μηνύματα. Αν κάτι σημαντικό μας απασχολεί θα ανησυχούν έτσι κι αλλιώς...οπότε είναι καλύτερο να μην ανησυχούν μόνα τους.
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση, μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.
Πηγές:
Byng-Hall, J. (2002). Relieving parentified children’s burdens in families with insecure attachment patterns. Family Process, 41, 3, 375-388.
Johnson, E. (2011). Children have the right to the truth. In E. Johnson,
The Children's Bill of Emotional Rights: A Guide to the Needs of Children (pp.29-56). Plymouth: Jason Aronson.
Winnicott, D.W. (1965). The Maturational Process and the Facilitating Environment. International Psychoanalytic Library, 64, 1-276. London: The Hogarth Press and The Institute of Psychoanalysis .
Ας ξεκινήσουμε με το να αναλογιστούμε τις πιθανές επιπτώσεις της απόκρυψης μιας τέτοιας πραγματικότητας. Πολλές φορές οι γονείς τείνουν να αποκρύπτουν από το παιδί αλήθειες που όχι μόνο το αφορούν αλλά και έχει το δικαίωμα να γνωρίζει ώστε να μπορεί να κάνει τη δική του συναισθηματική επεξεργασία, όπως λόγου χάρη όταν αποκρύπτουν ή δίνουν ασαφείς πληροφορίες για το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου ή μια ασθένεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παιδί καταβάλλεται από μεγάλη σύγχυση και καταλήγει να κατακλύζεται από άγχος διότι βιώνει μια πραγματικότητα που δεν την κατανοεί. Στην προσπάθεια του να την καταλάβει επιδίδεται σε μια σειρά από φαντασιώσεις (κατά πάσα πιθανότητα καταστροφικές) με αποτέλεσμα να βιώνει την πραγματικότητα ακόμα πιο απειλητική και τρομακτική. Παράλληλα, κάτω από αυτές τις συνθήκες δε δίνεται στο παιδί ο χώρος να εκφράσει τα όποια συναισθήματα και σκέψεις μπορεί να έχει, το οποίο με τη σειρά του γεννά αισθήματα ανασφάλειας και μοναξιάς.
Από την άλλη μεριά, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, όπου παρατηρούμε να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Κάποιοι γονείς φαίνεται να έχουν την ανάγκη να αποκαλύπτουν τα πάντα στο παιδί, αντιμετωπίζοντας το σαν ικανό και έτοιμο να κουβαλήσει οποιοδήποτε φορτίο. Το παιδί αναπόδραστα υιοθετεί ένα γονικό ρόλο (ευθύνης), γεγονός που επιφέρει πολλές επιπτώσεις στην ψυχολογική του ανάπτυξη και ισορροπία. Η πιθανότητα να «γονεοποιηθεί» το παιδί με το να αναλαμβάνει έναν υποστηρικτικό-φροντιστικό ρόλο προς το γονέα αυξάνεται όταν οι γονείς βιώνουν οι ίδιοι δυσκολίες στο να σχετιστούν και όταν δεν καλύπτονται οι συναισθηματικές τους ανάγκες (Byng-Hall, 2002).
Συχνά, τα διλήμματα των γονέων εδράζονται στο δίπολο του «άσπρο ή μαύρο», στα πλαίσια δηλαδή μιας λογικής του «να τα πω όλα ή να μην πω τίποτα», σαν να αποκλείονται όλες οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρι. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο είτε να γίνουν υπερπροστατευτικοί εμποδίζοντας τη συναισθηματική ωρίμανση του παιδιού και το δέσιμο με το γονιό είτε να το υπερφορτώνουν εξυπηρετώντας ασυνείδητα δικά τους κίνητρα.
Είναι σημαντικό, επίσης, να κρατάμε στο μυαλό μας ότι αυτό που δεν εκφράζεται με λέξεις, δε σημαίνει ότι δεν επικοινωνείται κιόλας. Οι γονείς αναπόφευκτα και χωρίς τις περισσότερες φορές να το αντιλαμβάνονται στέλνουν εξωλεκτικά μηνύματα στα παιδιά. Τα παιδιά «διαβάζουν» αυτά τα «σήματα» και αποκτούν μια ανείπωτη και ανεξήγητη αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά», «κάτι δε λέγεται».
Αξίζει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε πριν πάρουμε την απόφαση να μοιραστούμε ή όχι μια δύσκολη ή επώδυνη αλήθεια, για ποιο σκοπό επιλέγουμε να το μοιραστούμε ή αντίστοιχα να το αποκρύψουμε, τι θα είναι επωφελέστερο για το παιδί, και ποιες δικές μας ανάγκες πιθανόν εξυπηρετούνται. Είναι πολύ χρήσιμο να αναστοχαζόμαστε και να διερευνούμε προσεκτικά το ενδεχόμενο η απόφασή μας να σχετίζεται με δική μας δυσκολία με το εν λόγω θέμα, με κάλυψη δικών μας συναισθηματικών αναγκών ή με προβολή δικών μας φόβων ή επιθυμιών (πχ. το αρνούμαστε ή το αποφεύγουμε εμείς οι ίδιοι). Αναμφισβήτητα, κάθε γονιός θέλει και παλεύει για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα πλην όμως δεν έχουμε πάντα επίγνωση των ενδοψυχικών μας διεργασιών, των συναισθημάτων μας, των κινήτρων μας και των μηχανισμών άμυνάς μας. Επομένως, δε σημαίνει ότι πρέπει είτε να επιβαρύνουμε το παιδί με περιττές και επουσιώδεις (και συνήθως τρομακτικές) λεπτομέρειες της πραγματικότητας είτε να μην του επιτρέπουμε καμία γνώση αυτής. Μπορούμε να επιλέξουμε να πούμε την αλήθεια που κρίνουμε ότι αντέχει κι αυτό να το κάνουμε με απλά λόγια και με σαφήνεια χωρίς υπεκφυγές και ευφημισμούς, με τρόπο που να συμβαδίζει με την ηλικία του παιδιού.
Ας έχουμε κατά νου ότι όταν εμείς ως γονείς βιώνουμε άγχος, οι ασυνείδητες κεραίες του παιδιού το εισπράττουν και έτσι νιώθει ανασφαλές και διστακτικό να στραφεί σε εμάς για στήριξη. Ο ρόλος του «αρκετά καλού» γονέα (Winnicott, 1965) είναι να μπορεί να αντέχει και να «εμπεριέχει» ό,τι αισθάνεται το παιδί διευκολύνοντάς το έτσι να αντέξει και το ίδιο μια επώδυνη συναισθηματική εμπειρία, να την επεξεργαστεί, να την νοηματοδοτήσει και να τη μετασχηματίσει. Επιπλέον, ο ρόλος του γονέα είναι να καθρεφτίσει, να αναγνωρίσει τη συναισθηματική εμπειρία του παιδιού και με ενσυναίσθηση να είναι «σιωπηλά» παρόν σε αυτή τη διαδικασία. Το να νιώθει το παιδί ότι έχει ένα στέρεο ώμο να ακουμπήσει το διευκολύνει να αντέχει τις ματαιώσεις της ζωής ενώ ενδυναμώνει τη σχέση με το γονέα/ πρόσωπο φροντίδας.
Οτιδήποτε κι αν αποφασίζουν οι γονείς σε σχέση με το αν θα συζητήσουν μια οδυνηρή αλήθεια, είναι γεγονός ότι ο πόνος κι οι επιπτώσεις που βιώνει το παιδί δεν ξεκινούν τη στιγμή που του γνωστοποιείται η αλήθεια αλλά πολύ νωρίτερα. Ωστόσο, το τι είδους δυσκολίες και προβλήματα είναι αυτά που μας προβληματίζουν αν θα μοιραστούμε με το παιδί είναι καθοριστικής σημασίας. Καλούμαστε, λοιπόν, να αναλογιστούμε εάν αυτό που θα μοιραστούμε θα είναι βοηθητικό για το παιδί και με ποιο τρόπο. Στη λήψη μιας τέτοιας απόφασης, θα ήταν ωφέλιμο να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση του παιδιού και να κατανοήσουμε το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του, δηλαδή τον υποκειμενικό του κόσμο. Σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο η αποκάλυψη να συμβαδίζει με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού και το παιδί να μην βλάπτεται από την απόκρυψη ή την αποκάλυψη. Πυξίδα είναι πάντα το συμφέρον του παιδιού και μέλημά μας να καλλιεργήσουμε μια ανοιχτή, πορώδη και αυθεντική σχέση μέσα στην οποία μπορεί να αισθάνεται και να λειτουργεί ελεύθερα με τη διακριτική μας παρουσία.
Κλείνοντας, το ερώτημα του πόσα πρέπει να γνωρίζουν τα παιδιά είναι ένα ερώτημα δύσκολο να απαντηθεί και δικαίως ταλανίζει τις οικογένειες. Κάθε παιδί, κάθε περίπτωση και κάθε σχέση είναι μοναδική άρα και οποιαδήποτε απόλυτη απάντηση θα ενείχε τον κίνδυνο να αποτελέσει μια υπεργενικευμένη δήλωση που αγνοεί το ρόλο που παίζει ο συνδυασμός διαπροσωπικών, ατομικών, κοινωνικών παραγόντων. Αυτό που μοιάζει να είναι ζωτικής σημασίας είναι να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά σαν όντα που έχουν την ικανότητα να σκέφτονται. Ας θυμόμαστε ότι τα παιδιά «πιάνουν» τη μυστικότητα στην οικογενειακή ατμόσφαιρα, λαμβάνοντας τα ανείπωτα μηνύματα. Αν κάτι σημαντικό μας απασχολεί θα ανησυχούν έτσι κι αλλιώς...οπότε είναι καλύτερο να μην ανησυχούν μόνα τους.
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση, μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.
Πηγές:
Byng-Hall, J. (2002). Relieving parentified children’s burdens in families with insecure attachment patterns. Family Process, 41, 3, 375-388.
Johnson, E. (2011). Children have the right to the truth. In E. Johnson,
The Children's Bill of Emotional Rights: A Guide to the Needs of Children (pp.29-56). Plymouth: Jason Aronson.
Winnicott, D.W. (1965). The Maturational Process and the Facilitating Environment. International Psychoanalytic Library, 64, 1-276. London: The Hogarth Press and The Institute of Psychoanalysis .
Χαμογελάτε γιατί είναι θεραπευτικό!
19 Μαίου 2017

Έχετε αναρωτηθεί πόσο συχνά χαμογελάμε πια; Αν κάποιος μας χαμογελάσει θα του ανταποδώσουμε το χαμόγελο; Θα γελάσουμε με ένα αστείο που θα μας πουν ή με μια ευχάριστη εικόνα που θα δούμε στο δρόμο;
Έχει παρατηρηθεί, ότι ζούμε σε μια εποχή, όπου ο καθένας αντιμετωπίζει δυσκολίες σε πολλούς τομείς της ζωής του, προσωπικά, επαγγελματικά, κοινωνικά. Αυτό μας έχει κάνει να είμαστε εσωστρεφείς, απόμακροι, χωρίς διάθεση για κοινωνικές συναναστροφές ή για οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και μέσα στην οικογένεια μας, δεν δίνουμε χρόνο μεταξύ μας να χαλαρώσουμε και να διασκεδάσουμε.
Τα παιδιά από την άλλη, δεν μπορούν να το κατανοήσουν και να το αποδεχτούν αυτό. Το γέλιο και η χαρά για εκείνα είναι πολύ σημαντικά, ακόμα και από τους πρώτους μήνες της ζωής τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρώτο χαμόγελο σε ένα βρέφος εμφανίζεται ήδη από τις πρώτες εβδομάδες, ενώ το γέλιο όταν γίνεται 4 μηνών.
Τι θα μπορούσαμε όμως σαν γονείς να κάνουμε ώστε το χαμόγελο να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας αλλά και της ζωής των παιδιών μας;
1. Είναι σημαντικό να αφιερώσουμε στα παιδιά μας ποιοτικό χρόνο, να πάμε μια βόλτα, για παράδειγμα στη θάλασσα, με τα ποδήλατα, στην παιδική χαρά.
2. Να ακούσουμε μουσική και να χορέψουμε μαζί τους
3. Να παρακολουθήσουμε μια ευχάριστη ταινία όλοι μαζί
4. Να τα αφήσουμε να μας διηγηθούν μια ιστορία που τους φάνηκε αστεία από το σχολείο ή από κάπου αλλού και να γελάσουμε μαζί τους
5. Να μάθουμε στα παιδιά μας πόσο σημαντικό είναι να χαμογελάμε στους άλλους και να τους το δείξουμε και εμείς οι ίδιοι, αγκαλιάζοντάς τα, μιλώντας τους για κάποια ευχάριστη στιγμή δική μας ή για μια κοινή στιγμή μας
6. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντα, ότι οι γονείς αποτελούμε πρότυπα για τα παιδιά μας. Όταν μας βλέπουν να χαμογελάμε, να φερόμαστε ευγενικά στους άλλους και να ανταποδίδουμε τα χαμόγελα, τότε το ίδιο θα κάνουν και αυτά
7. Επιπλέον, οι γονείς χρειάζεται να φροντίζουν τον εαυτό τους και σωματικά αλλά και συναισθηματικά, ώστε να είναι χαρούμενοι και να το μεταδίδουν στα παιδιά τους.
1. Είναι σημαντικό να αφιερώσουμε στα παιδιά μας ποιοτικό χρόνο, να πάμε μια βόλτα, για παράδειγμα στη θάλασσα, με τα ποδήλατα, στην παιδική χαρά.
2. Να ακούσουμε μουσική και να χορέψουμε μαζί τους
3. Να παρακολουθήσουμε μια ευχάριστη ταινία όλοι μαζί
4. Να τα αφήσουμε να μας διηγηθούν μια ιστορία που τους φάνηκε αστεία από το σχολείο ή από κάπου αλλού και να γελάσουμε μαζί τους
5. Να μάθουμε στα παιδιά μας πόσο σημαντικό είναι να χαμογελάμε στους άλλους και να τους το δείξουμε και εμείς οι ίδιοι, αγκαλιάζοντάς τα, μιλώντας τους για κάποια ευχάριστη στιγμή δική μας ή για μια κοινή στιγμή μας
6. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντα, ότι οι γονείς αποτελούμε πρότυπα για τα παιδιά μας. Όταν μας βλέπουν να χαμογελάμε, να φερόμαστε ευγενικά στους άλλους και να ανταποδίδουμε τα χαμόγελα, τότε το ίδιο θα κάνουν και αυτά
7. Επιπλέον, οι γονείς χρειάζεται να φροντίζουν τον εαυτό τους και σωματικά αλλά και συναισθηματικά, ώστε να είναι χαρούμενοι και να το μεταδίδουν στα παιδιά τους.
Αναμφισβήτητα, το χαμόγελο και το γέλιο κατ’επέκταση αποτελεί πηγή ευεξίας και οι επιδράσεις του είναι ευεργετικές σε κάθε τομέα της ζωής του ανθρώπου, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ακόμα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. Έχει την ικανότητα να μας χαλαρώνει, να μειώνει το άγχος και το στρες που βιώνουμε καθημερινά, μας κάνει περισσότερο παραγωγικούς, μας κάνει ελκυστικούς και όμορφους
Το κοινωνικό άγχος των παιδιών!
26 Ιουλίου 2017

Τι είναι το κοινωνικό άγχος των παιδιών;
Αρκετά συχνά θα συναντήσουμε παιδιά στο οικογενειακό ή φιλικό μας περιβάλλον, που θα ντραπούν να ανταποδώσουν τον χαιρετισμό μας, που θα κρυφτούν πίσω από την μαμά ή τον μπαμπά όταν τους απευθύνουμε μια ερώτηση, ή που θα ανταποκριθούν, εμφανώς αμήχανα, με μια μονολεκτική φράση. Όταν ακούμε τον όρο κοινωνικό άγχος, πιθανόν, στο νου μας να φέρνουμε τέτοιες εμπειρίες. Πρόκειται, όμως, για κοινωνικό άγχος, ή απλά για μια φυσιολογική αναπτυξιακή περίοδο, όπου το παιδί ακόμα εξερευνά και αναπτύσσει τις κοινωνικές του δεξιότητες, και μπορεί να χαρακτηριστεί, απλά, ως ντροπαλό;
Είναι εξίσου φυσιολογικό ένα παιδί να νιώσει άνεση σε σύντομο χρονικό διάστημα με άγνωστα άτομα ή να χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να μπορέσει να νιώσει την απαιτούμενη ασφάλεια ώστε να επικοινωνήσει με ένα νέο πρόσωπο. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, μπορεί να βιώσει πολύ έντονο άγχος και φόβο, όταν θα πρέπει να συναναστραφεί με πλήθος κόσμου. Όλες αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν ένα συνεχές, όπου στο ένα άκρο βρίσκεται η πλήρης άνεση στην κοινωνική επαφή και στο άλλο άκρο η ύπαρξη διαταραχής κοινωνικού άγχους (ή κοινωνικής φοβίας). Υπάρχουν διακριτά όρια ανάμεσα στην ύπαρξη κοινωνικών αναστολών, ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας ενός παιδιού (αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «ντροπαλό παιδί») και μιας αγχώδους διαταραχής, όπως στην περίπτωση της διαταραχής κοινωνικού άγχους (ή κοινωνικής φοβίας).
Αναλυτικότερα, το κοινωνικό άγχος αφορά τον φόβο που βιώνει ένας άνθρωπος σε κοινωνικές καταστάσεις, δηλαδή όταν νιώθει ότι στην επαφή του με άλλους ανθρώπους, αυτοί θα τον περιεργάζονται επίμονα ή/και θα τον κρίνουν/θα τον χαρακτηρίσουν αρνητικά, ή ότι μπορεί, με κάποιο τρόπο, να γελοιοποιηθεί μπροστά στα μάτια τους. Ουσιαστικά, αποτελεί εκδήλωση ενός φόβου ότι κινδυνεύει ο κοινωνικός του εαυτός. Είναι συνήθως αντιληπτό, ότι ο φόβος αυτός είναι υπερμεγέθης της καταστάσεως (American Psychiatric Association, 2000).
Επιστημονικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η ηλικία έναρξης αυτής της διαταραχής έγκειται στην αρχή της εφηβείας (περίπου στα 10-13 έτη), χωρίς αυτό να αποκλείει την εμφάνισή της και σε μικρότερες ηλικίες (Atkinson & Hornby, 2002).
Συγκεκριμένα, ένα παιδί με κοινωνικό άγχος, τυπικά, θα φοβάται και θα αποφεύγει καταστάσεις, όπου:
- θα πρέπει να κάνει κάτι μπροστά σε άλλους (π.χ. να μιλήσει, να διαβάσει, να φάει, να πιει)
- θα πρέπει να αλληλεπιδράσει με άλλα άτομα ή συνομήλικους
- θα βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο
Γιατί σκέφτεται ότι:
- θα κάνει κάτι λάθος
- θα κάνει κάτι και θα το κοροϊδέψουν
- θα καταλάβουν ότι φοβάται, γιατί θα κοκκινίσει, θα τρέμει, θα ιδρώνει ή θα χάσει τα λόγια του.
- θα το χαρακτηρίσουν αρνητικά
Κοινωνικό άγχος δεν είναι...
- ο περιστασιακός φόβος σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει ένα άτομο να μιλήσει ή να δραστηριοποιηθεί μπροστά σε κοινό.
- η κοινωνική συστολή, που παροδικά εμφανίζεται στα πλαίσια ενός εξελικτικού σταδίου της φυσιολογικής ανάπτυξης.
Σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι στην εκδήλωση της κοινωνικής φοβίας δεν συμβάλλει μονομερώς ένας παράγοντας, αλλά συμβάλλουν πολλοί, όπως γενετικά και βιολογικά χαρακτηριστικά, στοιχεία της προσωπικότητας, γονικές συμπεριφορές και παράγοντες μάθησης (Lieb, Wittchen, Hofler, Fuetsch, Stein, & Merikangas, 2000)
Μήπως το παιδί μου είναι απλά ντροπαλό;
Κοινωνικό άγχος (ή φοβία), λίγο-πολύ, αντιμετωπίζουν όλοι οι άνθρωποι περιστασιακά, όταν κληθούν, για παράδειγμα, να στηρίξουν την άποψή τους μπροστά σε άλλους ή να παρουσιάσουν κάτι σε κοινό. Εκδηλώνεται όμως, ως ένα αίσθημα ντροπής που βιώνεται σε μεμονωμένες καταστάσεις και παροδικά. Όταν ένα παιδί, και δη ένας έφηβος/μια έφηβη, αντιμετωπίζει διαταραχή κοινωνικού άγχους, χαρακτηριστικά, προσπαθεί να αποφύγει κάθε κοινωνική κατάσταση που κρίνει ότι θα του/της προκαλέσει αυτό τον έντονο φόβο της αλληλεπίδρασης με άλλους ανθρώπους. Οπότε σταδιακά μπορεί να αρχίσει να απομονώνεται από την κοινωνική ζωή, να μειώνει τις δραστηριότητες του/της έξω από το σπίτι και να αρχίσει να χάνει φίλους και κοινωνικές επαφές. Όσο εδραιώνεται αυτός ο φαύλος κύκλος, όπου το παιδί απομονώνεται και αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές, οπότε εκ των πραγμάτων αρχίζουν να εκπίπτουν οι κοινωνικές δεξιότητές του, οδηγείται σε περαιτέρω απομόνωση, προβλήματα προσαρμογής και μείωση της αυτοεκτίμησής του/της. Επιπρόσθετα, μπορεί να παρουσιάσει αισθητή πτώση στην σχολική του/της επίδοση και στην πορεία να αρνείται συνολικά την σχολική φοίτηση. Σε μακροχρόνιες καταστάσεις, μπορεί να οδηγηθεί σε κατάθλιψη ή στην κατάχρηση ουσιών (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2002).
Σκέφτομαι μήπως πρέπει να επισκεφτούμε κάποιον/α ειδικό, αλλά δεν είμαι σίγουρος/η…
Έχοντας κατά νου, ότι το άγχος για τις κοινωνικές καταστάσεις είναι, έως ένα βαθμό αναμενόμενο και φυσιολογικό, και σίγουρα διαφέρει από παιδί σε παιδί, θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, εφόσον παρατηρούμε ότι το παιδί εκδηλώνει έντονο ή υπέρμετρο φόβο για την αλληλεπίδραση του με άλλους ανθρώπους και αυτή η συνθήκη επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Κάποιες ενδείξεις που οφείλουν να μας κινητοποιήσουν για να ζητήσουμε την γνώμη κάποιου ειδικού είναι:
- έντονος και επίμονος φόβος για κοινωνικές καταστάσεις
- άγχος για κοινωνικές καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσει σε κρίση πανικού
- αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων, ή ανοχή τους, με ένταση και δυσφορία
- αποφυγή ομαδικών δραστηριοτήτων
- εικόνα ήσυχου και συνεσταλμένου παιδιού, μοναχικού και απομονωμένου
- φόβος ότι θα γίνει ρεζίλι ή ότι θα το κοροϊδέψουν, γιατί θα κοκκινίσει, θα ιδρώσει, θα χάσει τα λόγια του/της
- έντονη προσπάθεια να περνά απαρατήρητο/αόρατο, στην επαφή του με κόσμο
- έντονος φόβος να ζητήσει την βοήθεια του/της εκπαιδευτικού, όταν την χρειάζεται
- έντονος φόβος να εκφράσει μια απορία ή μιλήσει μέσα στη σχολική τάξη
(Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2002; Atkinson & Hornby, 2002).
Τι θα μου προτείνει ο/η ειδικός;
Η διαταραχή κοινωνικού άγχους, είναι μια διαταραχή που σε χρόνια μορφή μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες να αναπτυχθεί κατάθλιψη ή κατάχρηση ουσιών, πιθανόν και ως απόρροια της κοινωνικής απομόνωσης, στην οποία συνήθως οδηγεί (Stein & Chavira, 1998). Δεδομένα που μας ωθούν να δώσουμε έμφαση στην έγκαιρη παρέμβαση προκειμένου να αναγνωριστεί η ύπαρξη μιας τέτοιας φοβίας στο παιδί και να εκπαιδευθεί άμεσα στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των προβλημάτων που απορρέουν από αυτήν, πριν αρχίσουν να εκπίπτουν οι κοινωνικές του δεξιότητες και απομονωθεί πλήρως.
Ο/η ειδικός θα λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες από τους γονείς ή τους φροντιστές του παιδιού και από το ίδιο το παιδί (πιθανόν και από το σχολείο του) προκειμένου να εντοπίσει τις δυσκολίες του και να αξιολογήσει, αν οι συμπεριφορές αυτές που εκδηλώνει, εμπίπτουν στο φάσμα της διαταραχής του κοινωνικού άγχους.
Στη συνέχεια, θα προτείνει την θεραπεία και τον αριθμό των συναντήσεων που απαιτούνται για τις συγκεκριμένες δυσκολίες. Η θεραπεία, συνήθως αφορά στην μείωση των αποφυγών που κάνει το παιδί και στην ενίσχυσή του, προκειμένου να διαχειριστεί κατάλληλα το άγχος που βιώνει, ώστε να εκτίθεται σε κοινωνικές καταστάσεις, με στόχο να μειωθεί το άγχος, να μην απομονώνεται και να αυξηθεί η αυτοεκτίμησή του. Αφορά στην εκπαίδευση του παιδιού και των γονιών του, σε νέες συμπεριφορές, πάντα με την καθοδήγηση του ειδικού (Βασιλάκη, 2008).
Εγώ, ως γονέας, μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου;
Σε κάθε περίπτωση η εξασφάλιση ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού περιβάλλοντος για το παιδί, και η ενδυνάμωσή του σε πολλαπλά επίπεδα, συμβάλει στην ελαχιστοποίηση του μεγέθους των συνεπειών από οποιαδήποτε δυσκολία αντιμετωπίζει ένα παιδί.
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί κατά την αντιμετώπιση ενός παιδιού που πιθανόν να εκδηλώνει κοινωνικό άγχος, καθώς συχνά τείνει το περιβάλλον να θεωρεί ότι το παιδί συμπεριφέρεται έτσι λόγω ιδιοσυγκρασίας ή λόγω ηλικίας. Επιπρόσθετα, είναι εύκολο, επειδή τα παιδιά με κοινωνικό άγχος επιδιώκουν να περνούν απαρατήρητα, να ξεφύγουν της προσοχής των ενηλίκων και να παραμένουν απομονωμένα για όλη τους την παιδική και εφηβική τους ηλικία.
Οι γονείς μπορούν να έχουν κατά νου ότι:
- η ντροπαλότητα αφορά την αργή εξοικείωση με μια κοινωνική κατάσταση, ενώ το κοινωνικό άγχος αφορά έντονο φόβο και αποφυγή.
- το παιδί με κοινωνικό άγχος βιώνει δυσφορία, ένταση και συνήθως, σωματικές αντιδράσεις (κοκκίνισμα, τρέμουλο, πόνος στο στομάχι, εφίδρωση, ταχυπαλμία, κ.α.).
- το παιδί με κοινωνικό άγχος αποφεύγει την βλεμματική επαφή
- το παιδί με κοινωνικό άγχος αποφεύγει ομαδικές δραστηριότητες
- το παιδί με κοινωνικό άγχος σκέφτεται πολλές μέρες πριν, για ένα επερχόμενο κοινωνικό γεγονός, και πώς θα διαχειριστεί την παρουσία του εκεί
- το παιδί με κοινωνικό άγχος σταδιακά χάνει πηγές ευχαρίστησης και διασκέδασης
- το παιδί με κοινωνικό άγχος μπορεί να εκδηλώνει και άρνηση σχολικής φοίτησης
Συνοψίζοντας, αξίζει να θυμόμαστε ότι το κοινωνικό άγχος των παιδιών είναι εύκολο να περνά απαρατήρητο, καθώς οι γονείς/φροντιστές του παιδιού προκειμένου να το προστατεύσουν, μπορεί να μην το αφήνουν να εκτίθεται σε κοινωνικές καταστάσεις και ως εκ τούτου να μην εκδηλώνεται το άγχος του. Αν όμως εντοπιστεί έγκαιρα, είναι πλήρως αντιμετωπίσιμο, με την βοήθεια ενός ειδικού.
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση, μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.
Βιβλιογραφία:
Βασιλάκη, Ε. (2008). Διαταραχές άγχους και οι επιπτώσεις τους στη λειτουργία του γνωστικού συστήματος των παιδιών. Στο Κουρκούτας, Η. & Chartier, J. P. (επιμ.). Παιδιά και έφηβοι με ψυχοκοινωνικές και μαθησιακές διαταραχές. Στρατηγικές παρέμβασης. Αθήνα: Τόπος.
Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2002). Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων – Αναπτυξιακή προσέγγιση. Αθήνα: Τυπωθήτω.
American Psychiatric Association (2000). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (4th ed., Text Revision). Washington, DC: Author.
Atkinson, M. & Hornby, G. (2002). Mental health handbook for schools. London: Routledge Falmer.
Stein, M.B., & Chavira, D.A. (1998). Subtypes of social phobia and comorbidity with depression and other anxiety disorders. Journal of affective disorders, Vol.50, pp11-16.
Lieb, R., Wittchen, H., Hofler, M., Fuetsch, M., Stein, M. B., Merikangas, K. R. (2000). Parental psychopathology, parental styles and the risk of social phobia in offsping. Archives of General Psychiatry,Vol. 57, pp. 859-866.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Βασιλάκη, Ε., Τριλίβα, Σ., & Μπεζεβέγκης, Η. (2001). Το στρες, το άγχος και η αντιμετώπιση τους. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Beck, A. T., & Emery, G. (1985). Anxiety disorders and phobias: A cognitive
perspective. New York: Basic Books.
«Πώς τα πέρασες σήμερα στο σχολείο»;
26 Σεπτεμβρίου 2017

«Πώς τα πέρασες σήμερα στο σχολείο»;
«Καλά», «Μια χαρά», «Άσε με τώρα», είναι μερικές από τις απαντήσεις που λαμβάνει ένας γονιός, στην ερώτηση αυτή προς το παιδί του, με αποτέλεσμα η αγωνία και η ανησυχία, ότι το παιδί αρνείται να συζητήσει ή ότι προσπαθεί να αποκρύψει κάποιο σημαντικό γεγονός, να κορυφώνεται.
Η απροθυμία/άρνηση των παιδιών να συζητήσουν για όσα έχουν ζήσει κατά την διάρκεια της ημέρας τους στο σχολείο, είναι ένα ζήτημα που φτάνει συχνά στους ψυχολόγους του οργανισμού «Το Χαμόγελο του Παιδιού», καθώς οι γονείς δυσκολεύονται να διαχειριστούν την αγωνία του να μην γνωρίζουν πώς τα περνούν τα παιδιά στο σχολείο, ειδικά όσο μεγαλώνουν και διανύουν την περίοδο της εφηβείας, που εκ των πραγμάτων, απομονώνονται. Συνήθως καταβάλουν απέλπιδες προσπάθειες, ρωτώντας επίμονα τα παιδιά για την ημέρα τους στο σχολείο και στη συνέχεια εισπράττουν αδιαφορία, μονολεκτικές απαντήσεις, θυμό ή άρνηση για συζήτηση, εντείνοντας έτσι τους φόβους τους ότι το παιδί απομακρύνεται, απομονώνεται και δεν θα μπορούν πλέον να είναι κοντά του/της στα σημαντικά και ίσως δύσκολα γεγονότα της ζωής του/της. Ξετυλίγοντας το κουβάρι αυτού του προβληματισμού, βλέπουμε ότι στην άλλη άκρη του εντοπίζεται η επικοινωνία. Η επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και το παιδί, που χτίζεται κομμάτι-κομμάτι, από την αρχή της ζωής του παιδιού.
Θέτοντας μια θεωρητική βάση, πολύ συνοπτικά, θα λέγαμε ότι η επικοινωνία αφορά την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ ενός πομπού και ενός δέκτη. Τα μηνύματα αυτά, μεταξύ άλλων, μπορεί να αφορούν τις σκέψεις, τις ιδέες, τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας. Τα μηνύματα αυτά εκφράζονται τόσο λεκτικά (γραπτά και προφορικά), όσο και μη λεκτικά, δηλαδή με την στάση του σώματος, το ύφος και τις γκριμάτσες ακόμα και ένα βλέμμα μπορεί να μεταφέρει ένα ολοκληρωμένο μήνυμα. Είναι πολύ σημαντικό τα μηνύματα που μεταφέρουμε να είναι ξεκάθαρα και σαφή, σε λεκτικό και μη λεκτικό επίπεδο, χωρίς να αφήνουν περιθώριο για υπονοούμενα και δευτερεύοντα νοήματα (Καραθανάση-Κατσαούνη, 2002; Κυριακίδης, 2000; Παπαδιώτη-Αθανασίου & Σοφτά-Nall, 2006). Η απροθυμία λοιπόν, του παιδιού να αφηγηθεί στον γονιό την καθημερινότητά του, μπορεί απλά να φανερώνει, ότι ο χρόνος και ο χώρος, δεν είναι κατάλληλος για ουσιαστική επικοινωνία ή μπορεί να αποτελεί την κορφή του παγόβουνου μιας σημαντικής δυσλειτουργίας στην επικοινωνία της οικογένειας.
Αν ως γονείς ενδιαφερόμαστε να διαμορφώσουμε αποτελεσματικότερους διαύλους επικοινωνίας με τα παιδιά, θα πρέπει αρχικά να επαναξιολογήσουμε τις προσδοκίες που διατηρούμε για την επικοινωνία μας αυτή και έπειτα, να λαμβάνουμε πάντα υπόψη, κάποιους απαραίτητους παράγοντες που διαφοροποιούν την προσέγγιση μας, όπως το αναπτυξιακό στάδιο και την προσωπικότητα του παιδιού. Εξίσου απαραίτητο είναι να παρατηρούμε τα μηνύματα που στέλνουμε στα παιδιά, τόσο λεκτικά, όσο και μη λεκτικά, τον χώρο και τον χρόνο που επιλέγουμε να επικοινωνήσουμε. Ας έχουμε υπόψη, πριν αρχίσουμε να ρωτάμε επίμονα ένα παιδί, ότι ο ρόλος των ερωτήσεων στην ζωή του είναι πολλαπλός και σχεδόν καθημερινά βομβαρδίζεται από ερωτήσεις ενηλίκων, που προσπαθούν έτσι να αξιολογήσουν την κατανόηση του. Τα παιδιά μαθαίνουν να ελίσσονται ή τείνουν να δίνουν απαντήσεις που θέλουν οι ενήλικες να ακούσουν (Gerdard & Gerdard, 2004). Προκειμένου να αποκτήσουμε, όχι απλά μια στείρα πληροφορία, αλλά ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά, παρακάτω θα αναφερθούμε σε κάποιες δεξιότητες επικοινωνίας που θα μας βοηθήσουν στην επίτευξη αυτού του στόχου και στη συνέχεια θα διαχωρίσουμε αδρώς ηλικιακά την προσέγγιση που μπορούμε να διαμορφώσουμε.
Βασικές δεξιότητες επικοινωνίας:
Η απροθυμία/άρνηση των παιδιών να συζητήσουν για όσα έχουν ζήσει κατά την διάρκεια της ημέρας τους στο σχολείο, είναι ένα ζήτημα που φτάνει συχνά στους ψυχολόγους του οργανισμού «Το Χαμόγελο του Παιδιού», καθώς οι γονείς δυσκολεύονται να διαχειριστούν την αγωνία του να μην γνωρίζουν πώς τα περνούν τα παιδιά στο σχολείο, ειδικά όσο μεγαλώνουν και διανύουν την περίοδο της εφηβείας, που εκ των πραγμάτων, απομονώνονται. Συνήθως καταβάλουν απέλπιδες προσπάθειες, ρωτώντας επίμονα τα παιδιά για την ημέρα τους στο σχολείο και στη συνέχεια εισπράττουν αδιαφορία, μονολεκτικές απαντήσεις, θυμό ή άρνηση για συζήτηση, εντείνοντας έτσι τους φόβους τους ότι το παιδί απομακρύνεται, απομονώνεται και δεν θα μπορούν πλέον να είναι κοντά του/της στα σημαντικά και ίσως δύσκολα γεγονότα της ζωής του/της. Ξετυλίγοντας το κουβάρι αυτού του προβληματισμού, βλέπουμε ότι στην άλλη άκρη του εντοπίζεται η επικοινωνία. Η επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και το παιδί, που χτίζεται κομμάτι-κομμάτι, από την αρχή της ζωής του παιδιού.
Θέτοντας μια θεωρητική βάση, πολύ συνοπτικά, θα λέγαμε ότι η επικοινωνία αφορά την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ ενός πομπού και ενός δέκτη. Τα μηνύματα αυτά, μεταξύ άλλων, μπορεί να αφορούν τις σκέψεις, τις ιδέες, τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας. Τα μηνύματα αυτά εκφράζονται τόσο λεκτικά (γραπτά και προφορικά), όσο και μη λεκτικά, δηλαδή με την στάση του σώματος, το ύφος και τις γκριμάτσες ακόμα και ένα βλέμμα μπορεί να μεταφέρει ένα ολοκληρωμένο μήνυμα. Είναι πολύ σημαντικό τα μηνύματα που μεταφέρουμε να είναι ξεκάθαρα και σαφή, σε λεκτικό και μη λεκτικό επίπεδο, χωρίς να αφήνουν περιθώριο για υπονοούμενα και δευτερεύοντα νοήματα (Καραθανάση-Κατσαούνη, 2002; Κυριακίδης, 2000; Παπαδιώτη-Αθανασίου & Σοφτά-Nall, 2006). Η απροθυμία λοιπόν, του παιδιού να αφηγηθεί στον γονιό την καθημερινότητά του, μπορεί απλά να φανερώνει, ότι ο χρόνος και ο χώρος, δεν είναι κατάλληλος για ουσιαστική επικοινωνία ή μπορεί να αποτελεί την κορφή του παγόβουνου μιας σημαντικής δυσλειτουργίας στην επικοινωνία της οικογένειας.
Αν ως γονείς ενδιαφερόμαστε να διαμορφώσουμε αποτελεσματικότερους διαύλους επικοινωνίας με τα παιδιά, θα πρέπει αρχικά να επαναξιολογήσουμε τις προσδοκίες που διατηρούμε για την επικοινωνία μας αυτή και έπειτα, να λαμβάνουμε πάντα υπόψη, κάποιους απαραίτητους παράγοντες που διαφοροποιούν την προσέγγιση μας, όπως το αναπτυξιακό στάδιο και την προσωπικότητα του παιδιού. Εξίσου απαραίτητο είναι να παρατηρούμε τα μηνύματα που στέλνουμε στα παιδιά, τόσο λεκτικά, όσο και μη λεκτικά, τον χώρο και τον χρόνο που επιλέγουμε να επικοινωνήσουμε. Ας έχουμε υπόψη, πριν αρχίσουμε να ρωτάμε επίμονα ένα παιδί, ότι ο ρόλος των ερωτήσεων στην ζωή του είναι πολλαπλός και σχεδόν καθημερινά βομβαρδίζεται από ερωτήσεις ενηλίκων, που προσπαθούν έτσι να αξιολογήσουν την κατανόηση του. Τα παιδιά μαθαίνουν να ελίσσονται ή τείνουν να δίνουν απαντήσεις που θέλουν οι ενήλικες να ακούσουν (Gerdard & Gerdard, 2004). Προκειμένου να αποκτήσουμε, όχι απλά μια στείρα πληροφορία, αλλά ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά, παρακάτω θα αναφερθούμε σε κάποιες δεξιότητες επικοινωνίας που θα μας βοηθήσουν στην επίτευξη αυτού του στόχου και στη συνέχεια θα διαχωρίσουμε αδρώς ηλικιακά την προσέγγιση που μπορούμε να διαμορφώσουμε.
Βασικές δεξιότητες επικοινωνίας:
Πριν απαριθμήσουμε μια-μια τις πολύ βασικές και αναγκαίες αυτές δεξιότητες, με έναν πολύ απλοποιημένο και προσιτό τρόπο, μπορεί να μας βοηθήσει στην κατανόησή τους να φέρουμε στο μυαλό μας μια απολαυστική και εποικοδομητική επικοινωνία που είχαμε κάποια στιγμή, με κάποιο πρόσωπο. Μια συζήτηση, για παράδειγμα, που μας προκάλεσε συναισθήματα θετικά, όπως χαρά, ανακούφιση, ηρεμία. Μια συζήτηση που με το πέρας της, νιώσαμε ότι λάβαμε την κατανόηση και την αποδοχή που ζητούσαμε. Αφού λοιπόν, θυμηθούμε τις λεπτομέρειες αυτής της συζήτησης ας αναρωτηθούμε:
Τι έκανε αυτή την συζήτηση ξεχωριστή;
Τι διευκόλυνε την συζήτηση;
Τι χαρακτηριστικά είχε ο συνομιλητής/η συνομιλήτρια;
Πώς καταλάβαινα ότι με ακούει και με καταλαβαίνει;
Μπορείτε να φέρετε στο μυαλό σας τον χώρο, τον χρόνο, τον τόνο της φωνής, το ύφος, το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου, ακόμα και τη στάση σώματος του συνομιλητή/της συνομιλήτριας. Προσπαθήστε να θυμηθείτε ακόμα και τις λέξεις που χρησιμοποίησατε, τους τρόπους με τους οποίους λάβατε κατανόηση και αποδοχή. Πιθανόν να αναγνωρίσετε κάποια από τα παρακάτω (Geldard & Geldard, 2004; Ivey, Gluckstern & Ivey, 1996).
-Προσεκτική και ενεργητική ακρόαση:
Ενεργητική ακρόαση σημαίνει ακούω χωρίς να διακόπτω και προσπαθώ να ελέγξω τις δικές μου σκέψεις και κρίσεις. Δείχνω στον συνομιλητή/στην συνομιλήτρια με το πρόσωπό μου και το σώμα μου, ότι είμαι «εδώ» και «σε ακούω». Δεν κοιτάω την τηλεόραση, δεν πλένω τα πιάτα, δεν μαγειρεύω, αλλά είμαι εδώ στην συζήτησή μας. Επίσης, ρωτάω για να εξακριβώσω ότι έχω καταλάβει σωστά και προσπαθώ με μικρές περιλήψεις να δώσω στον συνομιλητή/στην συνομιλήτρια την εικόνα που έχω σχηματίσει για τα λεγόμενά του/της.
Τι έκανε αυτή την συζήτηση ξεχωριστή;
Τι διευκόλυνε την συζήτηση;
Τι χαρακτηριστικά είχε ο συνομιλητής/η συνομιλήτρια;
Πώς καταλάβαινα ότι με ακούει και με καταλαβαίνει;
Μπορείτε να φέρετε στο μυαλό σας τον χώρο, τον χρόνο, τον τόνο της φωνής, το ύφος, το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου, ακόμα και τη στάση σώματος του συνομιλητή/της συνομιλήτριας. Προσπαθήστε να θυμηθείτε ακόμα και τις λέξεις που χρησιμοποίησατε, τους τρόπους με τους οποίους λάβατε κατανόηση και αποδοχή. Πιθανόν να αναγνωρίσετε κάποια από τα παρακάτω (Geldard & Geldard, 2004; Ivey, Gluckstern & Ivey, 1996).
-Προσεκτική και ενεργητική ακρόαση:
Ενεργητική ακρόαση σημαίνει ακούω χωρίς να διακόπτω και προσπαθώ να ελέγξω τις δικές μου σκέψεις και κρίσεις. Δείχνω στον συνομιλητή/στην συνομιλήτρια με το πρόσωπό μου και το σώμα μου, ότι είμαι «εδώ» και «σε ακούω». Δεν κοιτάω την τηλεόραση, δεν πλένω τα πιάτα, δεν μαγειρεύω, αλλά είμαι εδώ στην συζήτησή μας. Επίσης, ρωτάω για να εξακριβώσω ότι έχω καταλάβει σωστά και προσπαθώ με μικρές περιλήψεις να δώσω στον συνομιλητή/στην συνομιλήτρια την εικόνα που έχω σχηματίσει για τα λεγόμενά του/της.
Παραδείγματα:«Αν κατάλαβα καλά, αυτό που σε πείραξε ήταν ότι....»
«Ένιωσες ντροπή και λύπη, σωστά κατάλαβα;»
-Σεβασμός και ενσυναίσθηση:
Κατανοώ ότι ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην προσωπική του άποψη και δεν μπορεί να την επιβάλλει σε κανένα. Ακούω, χωρίς να χαρακτηρίζω ή να απορρίπτω προσβλητικά την άποψη του συνομιλητή/της συνομιλήτριας, όπως για παράδειγμα λέγοντας «Αυτά που λες είναι βλακείες». Προσπαθώ να μπω στη θέση του συνομιλητή/της συνομιλήτριας. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει να αναρωτιέμαι, πώς θα ένιωθα εγώ στην θέση του/της ή τι θα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα, αν είχα ζήσει τη συγκεκριμένη εμπειρία.
«Ένιωσες ντροπή και λύπη, σωστά κατάλαβα;»
-Σεβασμός και ενσυναίσθηση:
Κατανοώ ότι ο κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην προσωπική του άποψη και δεν μπορεί να την επιβάλλει σε κανένα. Ακούω, χωρίς να χαρακτηρίζω ή να απορρίπτω προσβλητικά την άποψη του συνομιλητή/της συνομιλήτριας, όπως για παράδειγμα λέγοντας «Αυτά που λες είναι βλακείες». Προσπαθώ να μπω στη θέση του συνομιλητή/της συνομιλήτριας. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει να αναρωτιέμαι, πώς θα ένιωθα εγώ στην θέση του/της ή τι θα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα, αν είχα ζήσει τη συγκεκριμένη εμπειρία.
Παραδείγματα:«Δεν συμφωνώ με την άποψή σου, όμως καταλαβαίνω ότι σκέφτεσαι διαφορετικά. Θέλεις να το συζητήσουμε λίγο ακόμα;»
«Αν ήμουν στην θέση σου θα ένιωθα/θα σκεφτόμουν, εσύ όμως πώς νιώθεις/τι σκέφτεσαι;»
-Διαχείριση των συναισθημάτων:
Είναι πολύ φυσικό να ξαφνιαστώ, να τρομάξω, να αγχωθώ και να θυμώσω με κάτι που θα ακούσω, ειδικά από ένα παιδί. Αν δεν διατηρήσω την ψυχραιμία μου και δεν καταφέρω να διαχειριστώ τα συναισθήματά μου, πιθανόν ο συνομιλητής/η συνομιλήτρια μου, να μη μου ξαναεμπιστευτεί κάτι σημαντικό. Ας έχω υπόψη πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν και για τον ίδιο/την ίδια να μου εκμυστηρευτεί/ανοιχτεί για θέματα που είναι επίπονα. Αν την ώρα της συζήτησης νιώθω ότι αδυνατώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, μπορώ με ειλικρίνεια να ζητήσω λίγο χρόνο και να επανέλθω στην συζήτηση όταν έχω ηρεμήσει.
«Αν ήμουν στην θέση σου θα ένιωθα/θα σκεφτόμουν, εσύ όμως πώς νιώθεις/τι σκέφτεσαι;»
-Διαχείριση των συναισθημάτων:
Είναι πολύ φυσικό να ξαφνιαστώ, να τρομάξω, να αγχωθώ και να θυμώσω με κάτι που θα ακούσω, ειδικά από ένα παιδί. Αν δεν διατηρήσω την ψυχραιμία μου και δεν καταφέρω να διαχειριστώ τα συναισθήματά μου, πιθανόν ο συνομιλητής/η συνομιλήτρια μου, να μη μου ξαναεμπιστευτεί κάτι σημαντικό. Ας έχω υπόψη πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν και για τον ίδιο/την ίδια να μου εκμυστηρευτεί/ανοιχτεί για θέματα που είναι επίπονα. Αν την ώρα της συζήτησης νιώθω ότι αδυνατώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, μπορώ με ειλικρίνεια να ζητήσω λίγο χρόνο και να επανέλθω στην συζήτηση όταν έχω ηρεμήσει.
Παραδείγματα:
«Συγνώμη, αλλά αυτό που μου είπες με σόκαρε/με θύμωσε/με ξάφνιασε, χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ/να ηρεμήσω, γιατί δεν θέλω να πω κάτι που μπορεί να σε φέρει σε δύσκολη θέση/να σε πληγώσει. Θέλω να είμαι κοντά σου και με ηρεμία να σε ακούσω/να σε βοηθήσω.»
«Ξέρω ότι ήταν πολύ δύσκολο για σένα να το συζητήσεις, αλλά νομίζω ότι καλύτερα να συνεχίσουμε αργότερα που θα έχουμε περισσότερο χρόνο/ησυχία/ηρεμία».
-Ανοιχτές ερωτήσεις:
Με τις ανοιχτές ερωτήσεις δίνω το βήμα για να αφηγηθεί ο συνομιλητής/η συνομιλήτρια και να εστιάσει όπου επιθυμεί. Μπορώ να θυμάμαι να χρησιμοποιώ «Τι...;», «Πώς...;» και «Περιέγραψέ μου...». Προσοχή χρειάζεται η ερώτηση «Γιατί...;», αφού για τα παιδιά είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουν τις αιτίες που τα οδήγησε σε μια συμπεριφορά, καθώς η εύρεση των κινήτρων που καθοδηγούν τον κάθε άνθρωπο, απαιτεί αυξημένο επίπεδο αυτογνωσίας.
«Συγνώμη, αλλά αυτό που μου είπες με σόκαρε/με θύμωσε/με ξάφνιασε, χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ/να ηρεμήσω, γιατί δεν θέλω να πω κάτι που μπορεί να σε φέρει σε δύσκολη θέση/να σε πληγώσει. Θέλω να είμαι κοντά σου και με ηρεμία να σε ακούσω/να σε βοηθήσω.»
«Ξέρω ότι ήταν πολύ δύσκολο για σένα να το συζητήσεις, αλλά νομίζω ότι καλύτερα να συνεχίσουμε αργότερα που θα έχουμε περισσότερο χρόνο/ησυχία/ηρεμία».
-Ανοιχτές ερωτήσεις:
Με τις ανοιχτές ερωτήσεις δίνω το βήμα για να αφηγηθεί ο συνομιλητής/η συνομιλήτρια και να εστιάσει όπου επιθυμεί. Μπορώ να θυμάμαι να χρησιμοποιώ «Τι...;», «Πώς...;» και «Περιέγραψέ μου...». Προσοχή χρειάζεται η ερώτηση «Γιατί...;», αφού για τα παιδιά είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουν τις αιτίες που τα οδήγησε σε μια συμπεριφορά, καθώς η εύρεση των κινήτρων που καθοδηγούν τον κάθε άνθρωπο, απαιτεί αυξημένο επίπεδο αυτογνωσίας.
Παραδείγματα:
«Πώς νιώθεις για αυτό;»
«Πώς ήταν για σένα;»
«Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα;»
«Τι σκέφτηκες;»
«Περιέγραψέ μου ένα τέτοιο περιστατικό»
-Ξεκάθαρα μηνύματα:
Τσεκάρω αν έχω επιλέξει κατάλληλες λέξεις για το μήνυμά μου (δεν περιέχει προσβολές και υποτιμητικά σχόλια) και αν υποστηρίζεται από τον τόνο της φωνής, το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου και τη στάση του σώματός μου.
«Πώς νιώθεις για αυτό;»
«Πώς ήταν για σένα;»
«Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα;»
«Τι σκέφτηκες;»
«Περιέγραψέ μου ένα τέτοιο περιστατικό»
-Ξεκάθαρα μηνύματα:
Τσεκάρω αν έχω επιλέξει κατάλληλες λέξεις για το μήνυμά μου (δεν περιέχει προσβολές και υποτιμητικά σχόλια) και αν υποστηρίζεται από τον τόνο της φωνής, το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου και τη στάση του σώματός μου.
Παραδείγματα:
«Θα ήθελα να ετοιμαστείς γιατί πρέπει να φύγουμε σε 10΄, ώστε να μην καθυστερήσουμε στο μάθημα»
«Θα ήθελα να βάλεις το πιάτο σου στον νεροχύτη, για να μπορέσουμε να καθαρίσουμε το τραπέζι»
Εστιάζοντας στην αποτελεσματική επικοινωνία με τα παιδιά, θα πρέπει να μας είναι ξεκάθαρο ότι έχουν μια μοναδική ικανότητα να αντιλαμβάνονται το ειλικρινές και αυθεντικό ενδιαφέρον των ενηλίκων για συζήτηση, το οποίο διαχωρίζουν με ευκολία από την αγωνία και το άγχος του γονέα για την φοίτηση τους στο σχολείο, δεδομένο που μπορούν να χειριστούν ανάλογα. Πιο συχνά θα αρχίσουν να συζητούν τα παιδιά όταν χαλαρώσουν και νιώσουν άνετα και θετικά, παρά απευθείας μετά το σχολείο. Άλλωστε, στόχος δεν είναι να μάθουμε/να αποσπάσουμε πληροφορίες για την ημέρα τους, αλλά να επικοινωνήσουμε με το παιδί ουσιαστικά, ώστε να απολαύσει την συζήτηση και να νιώσει ότι το καταλαβαίνουν και το αποδέχονται. Να υπάρξει ένα βαθύ και ουσιαστικό μοίρασμα, από κοινού. Η επικοινωνία διαμορφώνεται και επηρεάζεται από το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, συνεπώς αυτό αποτελεί έναν βασικό παράγοντα που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη κατά την προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε ένα παιδί.
Προσχολική Ηλικία:
Σε αυτή την ηλικία ξεκινά να οικοδομείται η βάση της επικοινωνίας, κυρίως ως συνήθεια και ρουτίνα, παρά ως περιεχόμενο. Η έναρξη της φοίτησης σε παιδικό σταθμό ή στο προνήπιο, φέρνει την αφορμή μετά το σχόλασμα, σε χρόνο που νιώθει άνετα το παιδί, να ρωτάμε για την μέρα του/της και να μοιραζόμαστε πράγματα από την δική μας ημέρα, συνηθίζοντας έτσι το παιδί σε μια τέτοιας μορφής συζήτηση. Δίνουμε προσοχή στα λεγόμενα του/της, παρόλο που μπορεί το παιδί να αδυνατεί να μεταφέρει μια ολοκληρωμένη αφήγηση, να παρέχει ελλιπείς πληροφορίες ή να μιλάει με ασάφειες. Ενισχύουμε το μοίρασμα των συναισθημάτων (για παράδειγμα «Πώς ένιωσες που ο φίλος σου/η φίλη σου, πήρε το παιχνίδι σου;»). Σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο έχουν νόημα οι κλειστές ερωτήσεις για να βοηθήσουμε το παιδί να μας αφηγηθεί την ημέρα του (για παράδειγμα «Εσύ διάλεξες το μωβ ή το πορτοκαλί αυτοκίνητο;»). Πολύ σημαντική είναι η παρατήρηση της διάθεσης του παιδιού, την οποία μπορούμε στη συνέχεια να συζητήσουμε με το παιδί (για παράδειγμα «Σε βλέπω στεναχωρημένο/προβληματισμένο/χαρούμενο;»). Παρατηρούμε επίσης, πότε «ανοίγεται» πιο εύκολα ένα παιδί. Κάποια ανυπομονούν να αφηγηθούν την μέρα τους κατευθείαν μετά το σχόλασμα, κάποια κατά την διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού και συνήθως τα περισσότερα κατά την διάρκεια του παιχνιδιού. Αυτές τις ώρες βλέπουμε ότι το παιδί είναι έτοιμο να συζητήσει και σε αυτές τις στιγμές θα είμαστε σε ετοιμότητα για να ενισχύσουμε την ουσιαστική επικοινωνία που χτίζουμε (Παρασκευόπουλος, 1985; Feldman, 2011; Shaffer, 2004).
«Θα ήθελα να ετοιμαστείς γιατί πρέπει να φύγουμε σε 10΄, ώστε να μην καθυστερήσουμε στο μάθημα»
«Θα ήθελα να βάλεις το πιάτο σου στον νεροχύτη, για να μπορέσουμε να καθαρίσουμε το τραπέζι»
Εστιάζοντας στην αποτελεσματική επικοινωνία με τα παιδιά, θα πρέπει να μας είναι ξεκάθαρο ότι έχουν μια μοναδική ικανότητα να αντιλαμβάνονται το ειλικρινές και αυθεντικό ενδιαφέρον των ενηλίκων για συζήτηση, το οποίο διαχωρίζουν με ευκολία από την αγωνία και το άγχος του γονέα για την φοίτηση τους στο σχολείο, δεδομένο που μπορούν να χειριστούν ανάλογα. Πιο συχνά θα αρχίσουν να συζητούν τα παιδιά όταν χαλαρώσουν και νιώσουν άνετα και θετικά, παρά απευθείας μετά το σχολείο. Άλλωστε, στόχος δεν είναι να μάθουμε/να αποσπάσουμε πληροφορίες για την ημέρα τους, αλλά να επικοινωνήσουμε με το παιδί ουσιαστικά, ώστε να απολαύσει την συζήτηση και να νιώσει ότι το καταλαβαίνουν και το αποδέχονται. Να υπάρξει ένα βαθύ και ουσιαστικό μοίρασμα, από κοινού. Η επικοινωνία διαμορφώνεται και επηρεάζεται από το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, συνεπώς αυτό αποτελεί έναν βασικό παράγοντα που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη κατά την προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε ένα παιδί.
Προσχολική Ηλικία:
Σε αυτή την ηλικία ξεκινά να οικοδομείται η βάση της επικοινωνίας, κυρίως ως συνήθεια και ρουτίνα, παρά ως περιεχόμενο. Η έναρξη της φοίτησης σε παιδικό σταθμό ή στο προνήπιο, φέρνει την αφορμή μετά το σχόλασμα, σε χρόνο που νιώθει άνετα το παιδί, να ρωτάμε για την μέρα του/της και να μοιραζόμαστε πράγματα από την δική μας ημέρα, συνηθίζοντας έτσι το παιδί σε μια τέτοιας μορφής συζήτηση. Δίνουμε προσοχή στα λεγόμενα του/της, παρόλο που μπορεί το παιδί να αδυνατεί να μεταφέρει μια ολοκληρωμένη αφήγηση, να παρέχει ελλιπείς πληροφορίες ή να μιλάει με ασάφειες. Ενισχύουμε το μοίρασμα των συναισθημάτων (για παράδειγμα «Πώς ένιωσες που ο φίλος σου/η φίλη σου, πήρε το παιχνίδι σου;»). Σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο έχουν νόημα οι κλειστές ερωτήσεις για να βοηθήσουμε το παιδί να μας αφηγηθεί την ημέρα του (για παράδειγμα «Εσύ διάλεξες το μωβ ή το πορτοκαλί αυτοκίνητο;»). Πολύ σημαντική είναι η παρατήρηση της διάθεσης του παιδιού, την οποία μπορούμε στη συνέχεια να συζητήσουμε με το παιδί (για παράδειγμα «Σε βλέπω στεναχωρημένο/προβληματισμένο/χαρούμενο;»). Παρατηρούμε επίσης, πότε «ανοίγεται» πιο εύκολα ένα παιδί. Κάποια ανυπομονούν να αφηγηθούν την μέρα τους κατευθείαν μετά το σχόλασμα, κάποια κατά την διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού και συνήθως τα περισσότερα κατά την διάρκεια του παιχνιδιού. Αυτές τις ώρες βλέπουμε ότι το παιδί είναι έτοιμο να συζητήσει και σε αυτές τις στιγμές θα είμαστε σε ετοιμότητα για να ενισχύσουμε την ουσιαστική επικοινωνία που χτίζουμε (Παρασκευόπουλος, 1985; Feldman, 2011; Shaffer, 2004).
Παραδείγματα:
«Σε βλέπω χαρούμενη σήμερα, πέρασες ωραία;»
«Έμαθες κάποιο παραμύθι ή τραγούδι που σου άρεσε; Θα μου το μάθεις και μένα;»
«Έλα να παίξουμε κάποιο παιχνίδι που έπαιξες σήμερα στο σχολείο με τα άλλα παιδιά»
Σχολική Ηλικία:
«Σε βλέπω χαρούμενη σήμερα, πέρασες ωραία;»
«Έμαθες κάποιο παραμύθι ή τραγούδι που σου άρεσε; Θα μου το μάθεις και μένα;»
«Έλα να παίξουμε κάποιο παιχνίδι που έπαιξες σήμερα στο σχολείο με τα άλλα παιδιά»
Σχολική Ηλικία:
Τα παιδιά ξεκινώντας το δημοτικό αρχίζουν να διευρύνουν και να αποκτούν σημαντικές και σταθερές σχέσεις πλέον με τους δασκάλους και τους συμμαθητές/τις συμμαθήτριες, ενώ το παιχνίδι, η χαλάρωση και η διασκέδαση είναι σημαντικοί παράγοντες ώστε να δημιουργηθεί ηρεμία στο παιδί και να ανοίξει η πόρτα της επικοινωνίας. Την ώρα που το παιδί αποχωρεί από το σχολείο και επιστρέφει στο σπίτι, είναι μια ώρα που επικρατεί αναστάτωση, πιθανόν είναι κουρασμένο ή/και πεινασμένο. Είναι πιθανώς προτιμότερο να περιμένουμε μόλις ηρεμήσει και χαλαρώσει, και ανοίξει μόνο του μια συζήτηση για την ημέρα του. Οι ερωτήσεις, ειδικά με ύφος ανακριτικό ή που προδίδουν την πεποίθηση μας ότι κάτι αρνητικό έχει συμβεί, θα μπλοκάρουν την περαιτέρω επικοινωνία (Παρασκευόπουλος, 1985; Feldman, 2011; Shaffer, 2004).
Παραδείγματα που μπορούν να μπλοκάρουν την επικοινωνία:
«Ήσουν φρόνιμη σήμερα;»
«Σου έκανε καμία παρατήρηση η δασκάλα;»
«Τα πήγες καλά στο τεστ;»
«Πόσες τιμωρίες πήρες πάλι σήμερα;»
Μπορούμε να δοκιμάσουμε:
«Μου αρέσει να μιλάμε για το πώς περάσαμε την μέρα μας, θέλεις να σου πω εγώ και αν θες μετά να μου πεις και συ;»
«Είχες μια καλή ημέρα; Σε δυσκόλεψε κάτι;»
«Θέλεις να συζητήσουμε κάτι από την σημερινή σου ημέρα; Αν όχι τώρα, όποτε θέλεις έλα να μιλήσουμε»
Εφηβεία:Σε αυτή την περίοδο της ανάπτυξης του παιδιού, σίγουρα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις προσδοκίες μας για την επικοινωνία με το παιδί. Στο επίκεντρο πλέον, βρίσκονται περισσότερο οι φίλοι και οι παρέες. Η επικοινωνία με τους γονείς παραμένει σημαντική και αναγκαία, όμως μπορεί να αλλάξει μορφή και περιεχόμενο, και να μοιάζει δευτερευούσης σημασίας για τον/την έφηβο. Μπορεί να μην υπάρχει πλέον ανάγκη για καθημερινή και λεπτομερή περιγραφή της ημέρας του παιδιού. Πιθανόν οι συζητήσεις για θέματα ηθικής, ιδεολογίας, θρησκείας, φιλοσοφικών/υπαρξιακών προβληματισμών να είναι πιο σημαντικές σε σχέση με τις ρουτίνες της καθημερινότητας (Καραθανάση-Κατσαούνη, 2002; Παρασκευόπουλος, 1985; Feldman, 2011; Shaffer, 2004).
Ακόμα και όταν η επικοινωνία είναι σπάνια, είναι σημαντικό ο έφηβος/η έφηβη να γνωρίζει ότι οι γονείς είναι διαθέσιμοι να ακούσουν και να κατανοήσουν τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς, παρά να επιπλήξουν και να νουθετήσουν. Κομβικό ρόλο έχουν η ψυχραιμία και η αυτοσυγκράτηση, σε όποιο θέμα φέρει ο έφηβος/η έφηβη ως αντικείμενο συζήτησης. Οι έφηβοι μπορεί να δείχνουν προκλητικοί και τολμηροί στις απόψεις τους, με σκοπό να δοκιμάσουν τις αντοχές των γονιών και να κρίνουν κατά πόσο μπορούν να τους εμπιστευτούν μια δύσκολη εμπειρία τους.
Είναι σημαντικό οι γονείς αρχικά να σέβονται και να αποδέχονται τον εαυτό τους, για να αποδεχτούν το παιδί τους και να εγκαθιδρύσουν μια λειτουργική επικοινωνία. Χρειάζεται να είναι θαρραλέοι και ειλικρινείς, χωρίς υπερβολές και ατελείωτα κηρύγματα, αφού η μίμηση θα είναι ο σημαντικότερος οδηγός για τα παιδιά. Θα πρέπει έμπρακτα το παιδί να νιώθει ότι οι γονείς ενδιαφέρονται να επικοινωνήσουν μαζί του/της, να ακούσουν τις ιδέες, τις απόψεις, ακόμα και την αμφισβήτησή του/της (Καραθανάση-Κατσαούνη, 2002; Κουρκούτας, 2001; Κυριακίδης, 2000).
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση, μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.
Βιβλιογραφία:
Καραθανάση-Κατσαούνη, Α. (2002). Είμαι Έφηβος. Ψυχολογική θεώρηση της εφηβείας. Αθήνα: Εκδόσεις ΑΘΗΝΑ.
Κουρκούτας, Η. (2001). Η ψυχολογία του εφήβου. Θεωρητικά ζητήματα και κλινικές περιπτώσεις. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κυριακίδης, Π. Α. (2000). Η οικογενειακή σχέση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παπαδιώτη-Αθανασίου, Β. & Σοφτά-Nall, Λ. (2006). Οικογενειακή-Συστημική Θεραπεία. Βασικές προσεγγίσεις, θεωρητικές βάσεις και πρακτική εφαρμογή. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παρασκευόπουλος, Ι. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις ΑΘΗΝΑ.
Feldman, R.S. (2011). (Επιμ.: Μπεζεβέγκης, Η. Γ.). Εξελικτική Ψυχολογία: δια βίου ανάπτυξη. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.
Gerdard, Κ. & Gerdard, D. (2004). (Επιμ.: Μαλικιώση-Λοίζου, Μ.). Η συμβουλευτική ψυχολογία στα παιδιά. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Ivey, A. E., Gluckstern, N. B., & Ivey, M. (1996). (Επιμ.-Μετάφρ.: Μαλικιώση-Λοίζου, Μ.). Συμβουλευτική μέθοδος πρακτικής προσέγγισης. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Shaffer, D.,R. (2004). (Επιμ.: Μακρή-Μπότσαρη, Ε.). Εξελικτική Ψυχολογία-παιδική ηλικία και εφηβεία. Αθήνα: Εκδόσεις Έλλην.
«Ήσουν φρόνιμη σήμερα;»
«Σου έκανε καμία παρατήρηση η δασκάλα;»
«Τα πήγες καλά στο τεστ;»
«Πόσες τιμωρίες πήρες πάλι σήμερα;»
Μπορούμε να δοκιμάσουμε:
«Μου αρέσει να μιλάμε για το πώς περάσαμε την μέρα μας, θέλεις να σου πω εγώ και αν θες μετά να μου πεις και συ;»
«Είχες μια καλή ημέρα; Σε δυσκόλεψε κάτι;»
«Θέλεις να συζητήσουμε κάτι από την σημερινή σου ημέρα; Αν όχι τώρα, όποτε θέλεις έλα να μιλήσουμε»
Εφηβεία:Σε αυτή την περίοδο της ανάπτυξης του παιδιού, σίγουρα πρέπει να αναθεωρήσουμε τις προσδοκίες μας για την επικοινωνία με το παιδί. Στο επίκεντρο πλέον, βρίσκονται περισσότερο οι φίλοι και οι παρέες. Η επικοινωνία με τους γονείς παραμένει σημαντική και αναγκαία, όμως μπορεί να αλλάξει μορφή και περιεχόμενο, και να μοιάζει δευτερευούσης σημασίας για τον/την έφηβο. Μπορεί να μην υπάρχει πλέον ανάγκη για καθημερινή και λεπτομερή περιγραφή της ημέρας του παιδιού. Πιθανόν οι συζητήσεις για θέματα ηθικής, ιδεολογίας, θρησκείας, φιλοσοφικών/υπαρξιακών προβληματισμών να είναι πιο σημαντικές σε σχέση με τις ρουτίνες της καθημερινότητας (Καραθανάση-Κατσαούνη, 2002; Παρασκευόπουλος, 1985; Feldman, 2011; Shaffer, 2004).
Ακόμα και όταν η επικοινωνία είναι σπάνια, είναι σημαντικό ο έφηβος/η έφηβη να γνωρίζει ότι οι γονείς είναι διαθέσιμοι να ακούσουν και να κατανοήσουν τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς, παρά να επιπλήξουν και να νουθετήσουν. Κομβικό ρόλο έχουν η ψυχραιμία και η αυτοσυγκράτηση, σε όποιο θέμα φέρει ο έφηβος/η έφηβη ως αντικείμενο συζήτησης. Οι έφηβοι μπορεί να δείχνουν προκλητικοί και τολμηροί στις απόψεις τους, με σκοπό να δοκιμάσουν τις αντοχές των γονιών και να κρίνουν κατά πόσο μπορούν να τους εμπιστευτούν μια δύσκολη εμπειρία τους.
Είναι σημαντικό οι γονείς αρχικά να σέβονται και να αποδέχονται τον εαυτό τους, για να αποδεχτούν το παιδί τους και να εγκαθιδρύσουν μια λειτουργική επικοινωνία. Χρειάζεται να είναι θαρραλέοι και ειλικρινείς, χωρίς υπερβολές και ατελείωτα κηρύγματα, αφού η μίμηση θα είναι ο σημαντικότερος οδηγός για τα παιδιά. Θα πρέπει έμπρακτα το παιδί να νιώθει ότι οι γονείς ενδιαφέρονται να επικοινωνήσουν μαζί του/της, να ακούσουν τις ιδέες, τις απόψεις, ακόμα και την αμφισβήτησή του/της (Καραθανάση-Κατσαούνη, 2002; Κουρκούτας, 2001; Κυριακίδης, 2000).
Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση, μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.
Βιβλιογραφία:
Καραθανάση-Κατσαούνη, Α. (2002). Είμαι Έφηβος. Ψυχολογική θεώρηση της εφηβείας. Αθήνα: Εκδόσεις ΑΘΗΝΑ.
Κουρκούτας, Η. (2001). Η ψυχολογία του εφήβου. Θεωρητικά ζητήματα και κλινικές περιπτώσεις. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κυριακίδης, Π. Α. (2000). Η οικογενειακή σχέση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παπαδιώτη-Αθανασίου, Β. & Σοφτά-Nall, Λ. (2006). Οικογενειακή-Συστημική Θεραπεία. Βασικές προσεγγίσεις, θεωρητικές βάσεις και πρακτική εφαρμογή. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παρασκευόπουλος, Ι. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις ΑΘΗΝΑ.
Feldman, R.S. (2011). (Επιμ.: Μπεζεβέγκης, Η. Γ.). Εξελικτική Ψυχολογία: δια βίου ανάπτυξη. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.
Gerdard, Κ. & Gerdard, D. (2004). (Επιμ.: Μαλικιώση-Λοίζου, Μ.). Η συμβουλευτική ψυχολογία στα παιδιά. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Ivey, A. E., Gluckstern, N. B., & Ivey, M. (1996). (Επιμ.-Μετάφρ.: Μαλικιώση-Λοίζου, Μ.). Συμβουλευτική μέθοδος πρακτικής προσέγγισης. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Shaffer, D.,R. (2004). (Επιμ.: Μακρή-Μπότσαρη, Ε.). Εξελικτική Ψυχολογία-παιδική ηλικία και εφηβεία. Αθήνα: Εκδόσεις Έλλην.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

